Το κλείσιμο του δημοσιονομικού έτους 2025 αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ένα κρίσιμο ορόσημο για τα δημόσια οικονομικά της χώρας, επιβεβαιώνοντας με τον πιο επίσημο τρόπο την τροχιά ανάκαμψης και σταθεροποίησης. Η πρόσφατη και τυπική πλέον επικύρωση από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat), βασισμένη στα κοινοποιημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ στο πλαίσιο της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος (ΔΥΕ) του Απριλίου 2026, δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης ως προς την ποσοτική διάσταση: Η Ελλάδα κατέγραψε ένα πρωτοφανές πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4,9% του ΑΕΠ.
Σε απόλυτους αριθμούς, το ποσό αυτό μεταφράζεται σε 12,13 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας θεαματικά τον αρχικό στόχο του προϋπολογισμού που είχε τεθεί μόλις στο 3,7% του ΑΕΠ. Ωστόσο, πίσω από τους θριαμβευτικούς αριθμούς και την ταχεία αποκλιμάκωση του ακαθάριστου δημόσιου χρέους, το οποίο υπολογίζεται πλέον στο 146,1% του ΑΕΠ, μαίνεται μια έντονη πολιτική και οικονομική αντιπαράθεση. Μερίδα του Τύπου και της αντιπολίτευσης κάνει λόγο για «τρικ και ψέματα», εγείροντας κρίσιμα ερωτήματα τόσο για τον τρόπο παραγωγής αυτού του πλεονάσματος όσο και για τους «αόρατους» ευρωπαϊκούς περιορισμούς στη διανομή του με τη μορφή κοινωνικού μερίσματος.
Πώς παρήχθη το υπερ-πλεόνασμα; Η συζήτηση περί «κρυφής» υπερφορολόγησης
Το βασικό επιχείρημα όσων ασκούν αυστηρή κριτική στην κυβερνητική πολιτική συμπυκνώνεται στη θέση ότι το πλεόνασμα αυτό δεν προέρχεται αποκλειστικά από την υγιή οργανική ανάπτυξη της οικονομίας. Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, η επιμονή του πληθωρισμού οδήγησε σε ραγδαία, τεχνητή αύξηση των εσόδων από έμμεσους φόρους (κυρίως ΦΠΑ), πλήττοντας δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Από την πλευρά του, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης αντικρούει κατηγορηματικά αυτή την οπτική, παρουσιάζοντας μια εντελώς διαφορετική, διαρθρωτική ανάγνωση των δεδομένων. Οι αρμόδιοι παράγοντες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υπογραμμίζουν ότι η υπέρβαση των εσόδων (τα οποία ξεπέρασαν τα 77 δισ. ευρώ) οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, στην αύξηση των θέσεων εργασίας, και κυρίως στα ψηφιακά εργαλεία. Η καθολική διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές και η εδραίωση του συστήματος myDATA έχουν επιφέρει καίρια πλήγματα στη φοροδιαφυγή, φέρνοντας στα κρατικά ταμεία «κρυμμένο» πλούτο ετών. Παράλληλα, καταγράφηκε και μια αυστηρή συγκράτηση των κρατικών δαπανών, η οποία διέψευσε όσους προεξοφλούσαν δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
Ο ευρωπαϊκός «κόφτης» δαπανών. Μύθος ή σκληρή πραγματικότητα;
Το δεύτερο, και ίσως κρισιμότερο, πεδίο αντιπαράθεσης αφορά το κατά πόσο η κυβέρνηση μπορεί πράγματι να επιστρέψει αυτό το υπερ-πλεόνασμα στους πολίτες. Η κριτική εστιάζει στο νέο Σύμφωνο Σταθερότητας της Ε.Ε., υποστηρίζοντας ότι υπάρχει ένας αυστηρός «κόφτης» που καθιστά το πλεόνασμα ένα απλό λογιστικό νούμερο, απαγορεύοντας τις παροχές.
Ως govnews.gr, οφείλουμε να αποκωδικοποιήσουμε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο μακριά από κομματικές κραυγές. Οι κανόνες πράγματι άλλαξαν. Επίκεντρο των Βρυξελλών δεν είναι πλέον μόνο το απόλυτο ύψος του ελλείμματος, αλλά ο «κανόνας των καθαρών πρωτογενών δαπανών» (Net Expenditure Benchmark). Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι μια χώρα δεν μπορεί να αυξάνει τις μόνιμες κρατικές της δαπάνες ανεξέλεγκτα, ακόμη κι αν έχει συγκυριακά υπερ-έσοδα (windfall revenues). Η Ευρώπη απαιτεί τα αναπάντεχα πλεονάσματα να κατευθύνονται πρωτίστως στη μείωση του χρέους, ώστε να θωρακίζεται η χώρα απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.
Ωστόσο, αυτό δεν μεταφράζεται σε απόλυτη απαγόρευση. Ο νέος μηχανισμός επιτρέπει την αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου, ο οποίος υπολογίζεται για φέτος σε περίπου 500 εκατ. ευρώ, εφόσον οι παρεμβάσεις είναι αυστηρά στοχευμένες, δεν είναι μόνιμου χαρακτήρα (δεν εγγράφουν δηλαδή μόνιμο βάρος στους προϋπολογισμούς των επόμενων ετών) και δεν διαταράσσουν τη μακροπρόθεσμη πορεία βιωσιμότητας. Επομένως, το αφήγημα ότι «η Ευρώπη απαγορεύει τη στήριξη των πολιτών» είναι ανακριβές. Ο «κόφτης» υπάρχει για να αποτρέπει τον λαϊκισμό των μόνιμων ελλειμμάτων, όχι για να παγώνει τις κοινωνικές πολιτικές σε περιόδους ακρίβειας.
Τα στοχευμένα μέτρα στήριξης και ο στρατηγικός σχεδιασμός
Έχοντας εξασφαλίσει τα εύσημα των διεθνών αγορών, το Μέγαρο Μαξίμου προχωρά στην ορθολογική αναδιανομή του μερίσματος της ανάπτυξης. Οι εξαγγελίες δεν θα θυμίζουν τις οριζόντιες παροχές του παρελθόντος, που οδήγησαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Αντιθέτως, αναμένεται να κατευθυνθούν ως έκτακτες «ανάσες» σε χαμηλοσυνταξιούχους (όπως επιδόματα της τάξης των 300 ευρώ), σε ευάλωτα νοικοκυριά για την ανάσχεση του κόστους διαβίωσης, καθώς και σε σημειακές φοροελαφρύνσεις για τον παραγωγικό ιστό (όπως η περαιτέρω μείωση της προκαταβολής φόρου).
Παράλληλα, τα νέα αυτά δεδομένα ενσωματώνονται στο κρίσιμο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο 2026-2029, το οποίο θα καθορίσει την πορεία της χώρας για την επόμενη τετραετία. Η πρόκληση είναι σαφής: Η Ελλάδα οφείλει να διατηρήσει την επενδυτική της αξιοπιστία μέσω της συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης, αποδεικνύοντας ότι τα πλεονάσματα-ρεκόρ δεν είναι ένα «λογιστικό τρικ», αλλά ο καρπός μιας οικονομίας που εκσυγχρονίζεται, διευρύνεται και, τελικά, μπορεί να στηρίζει ουσιαστικά όσους το έχουν πραγματικά ανάγκη.
