Η μακροοικονομική ακτινογραφία της Ελλάδας από την ΕΛΣΤΑΤ: Η ανάπτυξη, η ανεργία και οι προκλήσεις του 2026

Διαμορφώνεται ο οικονομικός χάρτης της χώρας σύμφωνα με τα νεότερα στατιστικά δεδομένα. η ραγδαία αποκλιμάκωση του χρέους, η ενίσχυση των επενδύσεων και η διαχρονική πληγή του εμπορικού ελλείμματος.
13
Ιούνιος
2026
ΕΛΣΤΑΤ

SHARE

Facebook
X
LinkedIn
Reddit
Telegram
Email

Σε μια κομβική χρονική συγκυρία για την πορεία της χώρας, η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) έδωσε στη δημοσιότητα, στις 12 Ιουνίου 2026, τη νέα έκδοση του ενημερωτικού δελτίου «Η Ελληνική Οικονομία». Στόχος της εν λόγω έκδοσης είναι η σαφής και εμπεριστατωμένη παρουσίαση των πιο πρόσφατων και σημαντικών οικονομικών στοιχείων που αφορούν τη χώρα, αποτελώντας βασικό εργαλείο για την αποτίμηση των μακροπρόθεσμων οικονομικών τάσεων. Διαπιστώνουμε πως τα εξονυχιστικά δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν μια εδραιωμένη μετάβαση της Ελλάδας σε περίοδο μακροοικονομικής σταθερότητας, αν και αναδεικνύουν ταυτόχρονα συγκεκριμένες, δομικές προκλήσεις.

Η αναπτυξιακή ανθεκτικότητα και το κρίσιμο στοίχημα των επενδύσεων

Ο πυρήνας της οικονομικής υγείας ενός κράτους αντανακλάται άμεσα στην εξέλιξη του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το ΑΕΠ της Ελλάδας σε τρέχουσες τιμές ανήλθε στα 248,35 δισεκατομμύρια ευρώ για το έτος 2025. Εξετάζοντας το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές (έτους βάσης 2020), ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης για το 2025 διαμορφώθηκε στο 2,1%. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί μια αξιοζήλευτη σταθερότητα, καθώς ο ίδιος ακριβώς ρυθμός ανάπτυξης (2,1%) είχε καταγραφεί τόσο το 2023 όσο και το 2024. Η θετική αυτή τάση φαίνεται να διατηρείται και κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, όπου η ετήσια μεταβολή του ΑΕΠ (εποχικά διορθωμένα στοιχεία) εκτιμάται στο 2,0%.

Η ανάπτυξη αυτή παρουσιάζει ενδιαφέροντα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Δεν βασίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση, αλλά τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση του παγίου κεφαλαίου. Ειδικότερα, ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου (επενδύσεις) κατέγραψε εντυπωσιακή αύξηση της τάξης του 8,9% κατά το 2025, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο έναντι του 4,5% που είχε σημειωθεί το 2024. Παράλληλα, η ιδιωτική κατανάλωση διατήρησε θετικό πρόσημο, αν και με ελαφρώς επιβραδυνόμενο ρυθμό, σημειώνοντας άνοδο 2,0% το 2025 έναντι 2,4% το προηγούμενο έτος.

Η ιστορική πτώση της ανεργίας, οι αμοιβές και η παραγωγικότητα

Ένα από τα πλέον αισιόδοξα ευρήματα της έκθεσης αφορά την αγορά εργασίας. Ο εφιάλτης της ανεργίας, που κατά την κορύφωση της κρίσης το 2013 είχε αγγίξει το ιλιγγιώδες 27,5% για το σύνολο του πληθυσμού, υποχωρεί σταθερά. Το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας για το 2025 διαμορφώθηκε στο 8,9%, καταγράφοντας μονοψήφιο νούμερο και αξιοσημείωτη πτώση από το 10,1% του 2024.

Ιδιαίτερα ελπιδοφόρα είναι η σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας στους νέους ηλικίας 15-29 ετών. Το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 16,5% το 2025, βελτιωμένο αισθητά από το 19,1% του 2024, και απέχοντας παρασάγγας από το συντριπτικό 48,7% που καταγραφόταν το 2013.

Στον κρίσιμο τομέα των εισοδημάτων, οι εθνικοί λογαριασμοί καταδεικνύουν ότι οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας ανά μισθωτό αυξήθηκαν κατά 3,5% το 2025, σε σύγκριση με αύξηση 5,8% που είχε σημειωθεί το 2024. Η αύξηση των αμοιβών συνοδεύτηκε από βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία κατέγραψε άνοδο 3,4% το 2025.

Δημοσιονομική πειθαρχία: Το δημόσιο χρέος σε τροχιά ραγδαίας συρρίκνωσης

Στο μέτωπο των δημόσιων οικονομικών, τα μεγέθη της Γενικής Κυβέρνησης επιβεβαιώνουν την αυστηρή προσήλωση της χώρας στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Το 2025, η Ελλάδα κατέγραψε ισχυρό πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 4,9% του ΑΕΠ, οριακά αυξημένο από το 4,8% του 2024. Το συνολικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε επίσης θετικά, φτάνοντας το 1,7% του ΑΕΠ. Η επίδοση αυτή στηρίχθηκε σε συνολικά έσοδα που κάλυψαν το 50,0% του ΑΕΠ, έναντι συνολικών δαπανών που περιορίστηκαν στο 48,3%.

Η συνεχής παραγωγή πλεονασμάτων έχει άμεσο, θετικό αντίκτυπο στο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης (όπως αυτό ορίζεται από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ). Το δημόσιο χρέος συρρικνώθηκε θεαματικά στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025. Πρόκειται για μια πτώση που αγγίζει τις 63 ποσοστιακές μονάδες σε σχέση με το ιστορικό υψηλό του 209,4% που είχε σημειωθεί το 2020 εν μέσω της υγειονομικής κρίσης.

Σε απόλυτους αριθμούς, η ονομαστική αξία του υπολοίπου χρέους στο τέλος του 2025 ανήλθε στα 362,9 δισεκατομμύρια ευρώ. Εξετάζοντας τη διάρθρωση αυτού του χρέους, προκύπτει ότι είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή: το μεγαλύτερο μέρος (70,3%) αποτελείται από μακροπρόθεσμα δάνεια, ενώ τα χρεόγραφα (εκτός από μετοχές) αντιπροσωπεύουν το 27,0%, με μόλις το 2,0% εξ αυτών να είναι βραχυπρόθεσμα.

Ο επίμονος πληθωρισμός και η αχίλλειος πτέρνα του εμπορικού ελλείμματος

Παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, το κόστος διαβίωσης και ο δομικός πληθωρισμός παραμένουν στο μικροσκόπιο των αναλυτών. Ο μέσος εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) για το 2025 έκλεισε στο 2,5%, παρουσιάζοντας μια ελαφρά επιβράδυνση σε σχέση με το 2,7% του 2024. Ωστόσο, ο πυρήνας του πληθωρισμού παρέμεινε πιο ανθεκτικός και αισθητά υψηλότερος, διαμορφούμενος στο 3,4% (από 3,3% το 2024), καταδεικνύοντας ότι οι υποκείμενες ανατιμήσεις διατηρούν τη δυναμική τους.

Η μεγαλύτερη, ωστόσο, διαχρονική και δομική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας, όπως αποτυπώνεται καθαρά στην έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, παραμένει ο εξωτερικός τομέας. Οι συνολικές εισαγωγές αγαθών για το 2025 (συμπεριλαμβανομένης της αξίας των πλοίων) ανήλθαν στο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο των 82,45 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αντιθέτως, οι συνολικές εξαγωγές περιορίστηκαν στα 48,66 δισεκατομμύρια ευρώ.

Το γεγονός αυτό οδήγησε σε ένα διευρυμένο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο ύψους 33,80 δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2025. Ακόμη και αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή το εμπορικό έλλειμμα παραμένει μια δυσθεώρητη «αιμορραγία» συναλλάγματος, ανερχόμενο στα 29,72 δισεκατομμύρια ευρώ.

Αναλύοντας τους εμπορικούς εταίρους της χώρας για το 2025, διαπιστώνουμε σαφείς γεωγραφικές συγκεντρώσεις. Στο σκέλος των εισαγωγών, κύριοι προμηθευτές της Ελλάδας είναι η Γερμανία (11,5% του συνόλου), η Ιταλία (9,0%) και η Κίνα (7,9%). Στον αντίποδα, η Ιταλία αποτελεί τον κορυφαίο προορισμό των ελληνικών εξαγωγών, απορροφώντας το 9,2% του συνόλου, ακολουθούμενη από τη Γερμανία (7,8%) και την Κύπρο (6,8%).

Η ισορροπία της επόμενης ημέρας

Η μελέτη των επίσημων δεδομένων της ΕΛΣΤΑΤ οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: η ελληνική οικονομία διαθέτει πλέον ισχυρά δημοσιονομικά και αναπτυξιακά θεμέλια. Η χώρα παράγει πλεονάσματα, το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς και η ανεργία σπάει τα ιστορικά και ψυχολογικά φράγματα της προηγούμενης δεκαετίας. Εντούτοις, η μακροπρόθεσμη ευημερία και η διατήρηση της δυναμικής του ΑΕΠ προϋποθέτουν την αντιμετώπιση κρίσιμων ανισορροπιών. Η ουσιαστική συρρίκνωση του εμπορικού ελλείμματος, η περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας και η προστασία των εισοδημάτων από τον πυρήνα του πληθωρισμού, αποτελούν τα μεγάλα στοιχήματα της επόμενης ημέρας.

Σφοδρή καταδίκη της Πιονγιάνγκ για τους αμερικανικούς πυραύλους στη Σεούλ

Η Πιονγιάνγκ χαρακτηρίζει την κίνηση αυτή ως «άμεση απειλή»…

Διον. Κουτσαντώνης (EEA): Οι συμπράξεις των ΜμΕ, το μοναδικό αντίδοτο στην αντιμετώπιση των αλλαγών στην αγορά

Σε μια εκτενή και αποκαλυπτική συζήτηση, ο Διονύσης Κουτσαντώνης, Πρόεδρος…

Το παρασκήνιο της καταγγελίας: Πώς ξετυλίχθηκε το κουβάρι για τον ποδοσφαιριστή και τους αστυνομικούς

 Μια συγκεκριμένη και μεθοδική καταγγελία ήταν αυτή που αποτέλεσε…

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ