Η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια καταγράφει αναμφίβολα θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, με την πολυπόθητη ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, την αύξηση των εξαγωγών και τη σταδιακή μείωση της ανεργίας να κυριαρχούν στο επίσημο κυβερνητικό αφήγημα. Ωστόσο, πίσω από τους πανηγυρισμούς των απόλυτων αριθμών σε επίπεδο ΑΕΠ, κρύβεται μια εξαιρετικά ζοφερή πραγματικότητα για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Το χάσμα μεταξύ των διαθέσιμων μισθών και του πραγματικού κόστους διαβίωσης έχει λάβει πλέον δραματικές, σχεδόν μη αναστρέψιμες διαστάσεις. Τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν μια αμείλικτη αλήθεια: οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά 36% μέσα σε μία μόλις δεκαετία, αποσαθρώνοντας βίαια την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών.
Η τεράστια ψαλίδα που έχει ανοίξει ανάμεσα στα εισοδήματα και τις τιμές των βασικών αγαθών δεν αποτελεί ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά μια βαθιά, δομική κρίση που απειλεί ευθέως την επιβίωση της μεσαίας τάξης και καταδικάζει τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα σε καθεστώς μόνιμης οικονομικής ασφυξίας.
Η ανατομία των ανατιμήσεων και η έκρηξη στις τιμές των βασικών αγαθών
Η αύξηση κατά 36% στον γενικό δείκτη τιμών των τροφίμων σε βάθος δεκαετίας αποτυπώνει με τον πλέον σκληρό τρόπο την εισοδηματική αναδιανομή που συντελείται καθημερινά στην ελληνική αγορά. Εάν αναλύσουμε προσεκτικά τη δομή αυτών των ανατιμήσεων, διαπιστώνουμε ότι το μεγαλύτερο βάρος εντοπίζεται σε απολύτως ανελαστικές δαπάνες, δηλαδή σε είδη που ο καταναλωτής δεν μπορεί να αποφύγει.
Βασικά είδη διατροφής, όπως το ελαιόλαδο, τα γαλακτοκομικά, το κρέας, τα δημητριακά και τα οπωροκηπευτικά, έχουν καταγράψει ανατιμήσεις που σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνούν κατά πολύ τον μέσο όρο του 36%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το παραδοσιακό «καλάθι του νοικοκυριού» έχει μετατραπεί σε είδος πολυτελείας. Ένα νοικοκυριό που πριν από δέκα χρόνια χρειαζόταν 300 ευρώ μηνιαίως για την κάλυψη των στοιχειωδών διατροφικών του αναγκών, σήμερα απαιτείται να δαπανήσει άνω των 400 ευρώ για ακριβώς τα ίδια προϊόντα, χωρίς καμία απολύτως ποιοτική ή ποσοτική αναβάθμιση. Η επιβάρυνση αυτή είναι βαθύτατα ασύμμετρη, καθώς τα φτωχότερα νοικοκυριά δαπανούν παραδοσιακά το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους αποκλειστικά σε είδη διατροφής και κόστη στέγασης.
Η ψευδαίσθηση των κυβερνητικών αυξήσεων και η σκληρή ευρωπαϊκή πραγματικότητα
Η πολιτεία, στην προσπάθειά της να αναχαιτίσει το ισχυρό κύμα της ακρίβειας, έχει προχωρήσει σε διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού τα τελευταία χρόνια. Εντούτοις, η ενδελεχής διασταύρωση των δεδομένων της αγοράς εργασίας αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Οι ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς εξανεμίζονται σχεδόν ακαριαία από τον επιμένοντα πληθωρισμό.
Ο μέσος μισθός στην Ελλάδα παραμένει καθηλωμένος σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα σε σχέση με την προ-μνημονιακή περίοδο του 2009. Οι πραγματικοί μισθοί έχουν στην ουσία υποχωρήσει. Το γεγονός ότι η χώρα μας, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα και αδιαμφισβήτητα στοιχεία της Eurostat, εξακολουθεί να βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ξεπερνώντας οριακά μόνο τη Βουλγαρία), καταρρίπτει εκκωφαντικά κάθε πολιτικό αφήγημα περί ουσιαστικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.
Από τον εισαγόμενο πληθωρισμό στο φαινόμενο της εταιρικής κερδοσκοπίας
Η ανεξέλεγκτη εκτόξευση των τιμών αποτελεί ένα σύνθετο, πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Αρχικά, είναι αληθές ότι η παγκόσμια ενεργειακή κρίση, η διαταραχή των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων λόγω της πανδημίας και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, λειτούργησαν ως ισχυροί καταλύτες, πυροδοτώντας τον λεγόμενο «εισαγόμενο πληθωρισμό».
Ωστόσο, η εγχώρια διάσταση του προβλήματος αποδεικνύεται εξίσου, αν όχι περισσότερο, τοξική. Έγκριτοι οικονομολόγοι και θεσμικοί φορείς της αγοράς κάνουν πλέον ανοιχτά λόγο για τον «πληθωρισμό της απληστίας» (greedflation). Μεγάλες επιχειρήσεις και πολυεθνικοί όμιλοι, εκμεταλλευόμενοι το γενικότερο πληθωριστικό άλλοθι και τις ολιγοπωλιακές δομές της ελληνικής αγοράς, όχι μόνο μετακύλισαν αμέσως το αυξημένο κόστος παραγωγής στους καταναλωτές, αλλά διεύρυναν προκλητικά τα περιθώρια καθαρού κέρδους τους. Η διαχρονική αδυναμία των κρατικών ελεγκτικών μηχανισμών και της Επιτροπής Ανταγωνισμού να πατάξουν αποτελεσματικά την αισχροκέρδεια, επιτρέπει στις τιμές να λειτουργούν με τη λογική του «ασανσέρ»: ανεβαίνουν ταχύτατα με την παραμικρή διεθνή κρίση, αλλά αρνούνται πεισματικά να αποκλιμακωθούν όταν το κόστος παραγωγής των πρώτων υλών υποχωρεί.
Η επόμενη μέρα και ο μονόδρομος των διαρθρωτικών παρεμβάσεων
Το πληθωριστικό χάσμα του 36% στα τρόφιμα σε σχέση με τους στάσιμους μισθούς δεν αποτελεί ένα απλό στατιστικό εύρημα για τα αρχεία των οικονομολόγων. Συνιστά μια έτοιμη να εκραγεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής. Τα διάφορα προσωρινά επιδοματικά μέτρα (pass) που εφαρμόστηκαν κατά καιρούς από την κυβέρνηση, προσέφεραν ίσως μια πρόσκαιρη, μικρή ανακούφιση, αλλά απέτυχαν παταγωδώς να λύσουν το δομικό πρόβλημα, τροφοδοτώντας μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις περαιτέρω τον πληθωρισμό.
Για να γεφυρωθεί πραγματικά αυτό το επικίνδυνο χάσμα, απαιτούνται άμεσες, γενναίες και βαθιές διαρθρωτικές παρεμβάσεις. Η θεσμική ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας για την ουσιαστική αύξηση του μέσου μισθού, η επιβολή αυστηρότατων ελέγχων στα περιθώρια κέρδους βασικών αγαθών και η δραστική ενδυνάμωση των αρχών για το «σπάσιμο» των καρτέλ, αποτελούν πλέον κοινωνικό μονόδρομο. Η ελληνική οικονομία δεν νοείται να θεωρείται ευημερούσα και ανθεκτική, όσο οι πολίτες της μετρούν με αγωνία και το τελευταίο ευρώ για να καταφέρουν να γεμίσουν το καλάθι στο σούπερ μάρκετ. Η όποια ανάπτυξη, για να θεωρείται βιώσιμη, οφείλει να αντανακλάται πρώτα και κύρια στην ποιότητα ζωής και στο τραπέζι κάθε ελληνικού νοικοκυριού.
