Υπάρχει ένα παράδοξο στον τηλεπικοινωνιακό χάρτη της Ελλάδας: η χώρα αναπτύσσει δίκτυα οπτικής ίνας με τον υψηλότερο ρυθμό στην Ευρώπη, αλλά παραμένει στις τελευταίες θέσεις στην πραγματική τους χρήση.
Τα στοιχεία του FTTH Council Europe για τον Σεπτέμβριο 2025 είναι αποκαλυπτικά: τα δίκτυα FTTH/B στην Ελλάδα κάλυπταν περίπου 2,4 εκατομμύρια νοικοκυριά, με τις ενεργές συνδέσεις να ανέρχονται σε κάτι παραπάνω από 700 χιλιάδες. Κι ενώ η υποδομή τρέχει, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 35η θέση ως προς την κάλυψη δικτύων, με ποσοστό κοντά στο 55% των νοικοκυριών — σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος φτάνει στο 79,3%.
Πρωτιά στην ταχύτητα, υστέρηση στη χρήση
Αυτή η αντίφαση κρύβει μια σημαντική λεπτομέρεια: το διάστημα Σεπτέμβριος 2024 με Σεπτέμβριος 2025, η αύξηση των συνδέσεων FTTH στη χώρα άγγιξε το +46% σε ετήσια βάση, ποσοστό που την κατατάσσει στην πρώτη θέση των κορυφαίων αγορών σε δυναμική ανάπτυξης στην Ευρώπη.
Ο ρυθμός, λοιπόν, είναι εντυπωσιακός. Αλλά η αφετηρία ήταν τόσο χαμηλή που η απόσταση παραμένει τεράστια. Το 2024 έκλεισε για την Ελλάδα με ποσοστό διείσδυσης υποδομών FTTH στο 46,06%, χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά με ρυθμό ανάπτυξης που άγγιξε το 19,9%, σημαντικά υψηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο ρυθμό της Ένωσης.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη υποδομής. Είναι η έλλειψη χρήστη. Οι ενεργοί συνδρομητές FTTH στο τέλος Ιουνίου 2025 ήταν περίπου 830.000, ποσοστό που αντιστοιχεί μόλις στο 17% των σταθερών γραμμών. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος απορρόφησης αγγίζει το 53%.
Ο ΟΤΕ ηγείται, η ΔΕΗ επιταχύνει, η Vodafone επεκτείνεται
Στο επίπεδο υποδομών, ο ΟΤΕ εξακολουθεί να διατηρεί ηγετική θέση, έχοντας φτάσει στο τέλος 2024 σε 1,7 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις με FTTH, με πλάνο επέκτασης σε 2,1 εκατ. ως το τέλος του 2025 και σε 3 εκατ. ως το 2027.
Εντυπωσιακή είναι η είσοδος της ΔΕΗ μέσω της θυγατρικής της FiberGrid. Με βάση τα στοιχεία εξαμήνου 2025, η ΔΕΗ έχει ήδη φτάσει σε 1,3 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με στόχο το 1,5 εκατ. ως το τέλος του έτους. Ο συνολικός στόχος του ομίλου ΔΕΗ είναι η κάλυψη 3 εκατομμυρίων νοικοκυριών σε πανελλαδικό επίπεδο. Η Nova, μέσω της United Fiber, έχει συνδέσει με FTTH περίπου 710.000 νοικοκυριά, ενώ η Vodafone διαθέτει 360.000 εμπορικά διαθέσιμες γραμμές FTTH.
Αυτή η πολυπαραγοντική ανάπτυξη δημιουργεί για πρώτη φορά πραγματικό ανταγωνισμό: σε ορισμένες περιοχές, ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερα δίκτυα οπτικής ίνας, το λεγόμενο overbuild, που από πρόβλημα μετατρέπεται σε εγγύηση ανταγωνιστικών τιμών.
Το Gigabit Voucher: το κλειδί στο συρτάρι
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα της αγοράς αφορά τον καθοριστικό ρόλο της κρατικής επιδότησης. Καθοριστικό ρόλο στην αύξηση των ενεργών χρηστών διαδραματίζει το Gigabit Voucher, το πρόγραμμα επιδότησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η πλειονότητα των νέων συνδέσεων πραγματοποιείται με τη χρήση του κουπονιού.
Αυτό σημαίνει ότι, χωρίς τις επιδοτήσεις, η ζήτηση θα ήταν ακόμα πιο αναιμική. Το υψηλό κόστος εγκατάστασης και η χαμηλή αντίληψη των καταναλωτών για τα πλεονεκτήματα της τεχνολογίας FTTH αποτελούν τους δύο βασικούς παράγοντες που φρενάρουν τη διείσδυση, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς.
Για να μειωθεί το κόστος ανάπτυξης, η Ελλάδα υιοθετεί τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2024/1309 με νέο νομοσχέδιο που φέρνει τρεις μεγάλες αλλαγές: κοινή χρήση υφιστάμενων αγωγών (ενέργειας, ύδρευσης) για την κατάθεση ινών χωρίς εκσκαφές, ψηφιακή αδειοδότηση μέσω κεντρικής πλατφόρμας «e-Διέλευσις», και υποχρεωτικό συντονισμό ανάμεσα στους φορείς για να σταματήσουν οι επαναλαμβανόμενες εκσκαφές στον ίδιο δρόμο.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του FTTH Council, ως το τέλος του 2025 οι συνδρομητές FTTH/B θα ανέλθουν σε 1,1 εκατ., αριθμός που αναμένεται να φτάσει τα 1,7 εκατ. το 2030. Ένα τετραπλασιασμός μέσα σε πέντε χρόνια, αν τηρηθεί.
Το δομικό πρόβλημα παραμένει: η Ελλάδα ξεκίνησε από μηδενική βάση το 2017 και τρέχει σε αναπλήρωση χαμένου εδάφους δεκαετιών. Η γεωμορφολογία της χώρας, οι νησιωτικές περιοχές, αλλά και οι αρχαιολογικοί περιορισμοί αυξάνουν σημαντικά το κόστος και τον χρόνο ανάπτυξης των δικτύων.
Η υποδομή χτίζεται. Οι λεωφόροι δεδομένων ανοίγουν. Η μεγάλη πρόκληση τώρα δεν είναι τεχνολογική, είναι να πειστεί ο Έλληνας καταναλωτής να στρίψει επιτέλους σε αυτές.
