Η πρόσφατη κυβερνητική εξαγγελία για την επαναφορά της ρύθμισης των 72 δόσεων προς τον e-ΕΦΚΑ παρουσιάστηκε στο ευρύ κοινό ως μια κρίσιμη «σανίδα σωτηρίας» για την αγορά. Στόχος του μέτρου, όπως διαμηνύθηκε, είναι να δώσει ουσιαστική διέξοδο σε επαγγελματίες και αγρότες με οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τον Δεκέμβριο του 2023, αυξάνοντας τον αριθμό των διαθέσιμων δόσεων από τις 24 (που προβλέπει η πάγια ρύθμιση) στις 72.
Στη θεωρία, τα πράγματα φαντάζουν ιδανικά: η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής μειώνει άμεσα τη μηνιαία επιβάρυνση, απελευθερώνει ρευστότητα και διευκολύνει τον οικονομικό προγραμματισμό των επιχειρήσεων. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική, «ακτινογραφική» ματιά στους πραγματικούς όρους της ρύθμισης και στα δεδομένα της αγοράς αποδεικνύει ότι το μέτρο χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Χιλιάδες ασφαλισμένοι, αντί να βρουν ασφαλές καταφύγιο, κινδυνεύουν να μείνουν οριστικά εκτός ρύθμισης, εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς αέναης υπερχρέωσης.
Η «Ακτινογραφία» του Προβλήματος: Τα Αμείλικτα Στοιχεία του ΚΕΑΟ
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της κυβερνητικής αστοχίας, αρκεί να εξετάσουμε ποιοι είναι αυτοί που πραγματικά χρωστούν σήμερα στα ταμεία του ΕΦΚΑ. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη, επίσημη έκθεση του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ), η συντριπτική πλειοψηφία των οφειλετών δεν είναι μεγάλοι, στρατηγικοί κακοπληρωτές με ιλιγγιώδη ανοίγματα, αλλά μικρομεσαίοι βιοπαλαιστές που «γονάτισαν» από τις διαδοχικές οικονομικές και πληθωριστικές κρίσεις των τελευταίων ετών.
Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους:
-
1.441.358 οφειλέτες, ένας αριθμός που αντιστοιχεί στο εντυπωσιακό 69,53% του συνόλου των εγγεγραμμένων στο σύστημα, έχουν χρέη που δεν ξεπερνούν τα 15.000 ευρώ έκαστος.
-
Το συνολικό ποσό που οφείλει αυτή η συγκεκριμένη –και μακράν η πολυπληθέστερη– κατηγορία ασφαλισμένων αγγίζει τα 5,35 δισ. ευρώ.
Μιλάμε, δηλαδή, κυρίως για μικρομεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους εμπόρους και αγρότες. Είναι οι πολίτες οι οποίοι, παρά το σχετικά χαμηλό ύψος της αρχικής τους οφειλής (το λεγόμενο «βασικό κεφάλαιο»), αδυνατούν πρακτικά να ανταποκριθούν στις υφιστάμενες, άκαμπτες ρυθμίσεις.
Η Παγίδα των Προσαυξήσεων και του Υψηλού Επιτοκίου
Το μεγάλο, δομικό πρόβλημα της νέας ρύθμισης των 72 δόσεων είναι ότι έρχεται να αντιμετωπίσει μόνο το σύμπτωμα, αγνοώντας επιδεικτικά τη ρίζα της ασθένειας. Η ρύθμιση απλώς «απλώνει» χρονικά την αποπληρωμή, χωρίς να προσφέρει απολύτως κανένα ουσιαστικό «κούρεμα» στο πραγματικό, εξοντωτικό βάρος που πνίγει αυτούς τους οφειλέτες: τους τόκους.
Για την κρίσιμη κατηγορία των πολιτών με χρέη έως 15.000 ευρώ, η επιβάρυνση από τα διαρκώς υψηλά επιτόκια της ρύθμισης και τις ήδη συσσωρευμένες προσαυξήσεις λειτουργεί ευθέως αποτρεπτικά. Όταν ένας αγρότης ή ένας ιδιοκτήτης μικρής επιχείρησης έχει ήδη «χτυπηθεί» αλύπητα από την ακρίβεια, την ενεργειακή κρίση και το αυξημένο λειτουργικό κόστος, το να του ζητείται να εξυπηρετήσει ένα χρέος υπέρογκα φορτωμένο με τόκους σε βάθος εξαετίας (72 ολόκληρους μήνες), σημαίνει μαθηματική βεβαιότητα ότι κάποια στιγμή θα «λυγίσει» και θα χάσει τη ρύθμιση.
Ας μην ξεχνάμε ότι οι κανόνες του ΕΦΚΑ παραμένουν αμείλικτοι: η απώλεια μιας ρύθμισης σημαίνει άμεση, αυτόματη ενεργοποίηση των αναγκαστικών μέτρων του ΚΕΑΟ, κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και, το κυριότερο, την άμεση απώλεια της ασφαλιστικής ικανότητας, με ό,τι τραγικό αυτό συνεπάγεται για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ιδίων και των οικογενειών τους.
Ανακύκλωση αντί για Επίλυση
Όπως τονίζουν επανειλημμένα παράγοντες της αγοράς και θεσμικοί εκπρόσωποι των ενώσεων επαγγελματιών μιλώντας στο GOVNews.gr, το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών δεν μπορεί πλέον να λυθεί απλώς με λογιστικά τρικ επιμήκυνσης.
Χωρίς πιο τολμηρές και γενναίες παρεμβάσεις, όπως είναι η δραστική μείωση των επιτοκίων που συνοδεύουν αναγκαστικά τις ρυθμίσεις ή η ουσιαστική διαγραφή/μείωση των δυσβάσταχτων προσαυξήσεων και των προστίμων που έχουν επιβληθεί στο αρχικό κεφάλαιο, το πρόβλημα όχι μόνο δεν επιλύεται, αλλά απλώς ανακυκλώνεται μετατιθέμενο στο μέλλον. Αντί να προσφέρεται μια καθαρή διέξοδος και μια δεύτερη ευκαιρία, διατηρούνται χιλιάδες ασφαλισμένοι στο περιθώριο, εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο χρεών που υπονομεύει ευθέως την επιχειρηματική τους βιωσιμότητα, αλλά ταυτόχρονα στερεί πολύτιμα και άμεσα έσοδα από τα ίδια τα κρατικά ταμεία.
Η πολυδιαφημισμένη επαναφορά των 72 δόσεων αποτελεί, δυστυχώς, άλλο ένα ημίμετρο. Αν η Πολιτεία θέλει πραγματικά να «καθαρίσει» το θολό τοπίο του ιδιωτικού χρέους και να καταφέρει να εισπράξει τα 5,35 δισ. ευρώ από τους 1,4 εκατομμύριο μικροοφειλέτες, οφείλει να αλλάξει ριζικά στρατηγική. Η επιμονή σε τιμωρητικά επιτόκια και άκαμπτες προσαυξήσεις για χρέη επιβίωσης οδηγεί απλώς σε ρυθμίσεις που γεννιούνται «νεκρές», στερώντας από την πραγματική οικονομία το πολυτιμότερο αγαθό της: τη ρευστότητα και την προοπτική ανάκαμψης
