Μια βαριά σκιά πλανάται πάνω από τον τουριστικό και επιχειρηματικό σχεδιασμό της Βόρειας Ελλάδας ενόψει της θερινής αλλά, κυρίως, της επόμενης χειμερινής περιόδου. Οι πρόσφατες κινήσεις και οι διαρροές από το στρατόπεδο της Ryanair, οι οποίες αφήνουν ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο δραστικής μείωσης των πτήσεων ή ακόμα και κλεισίματος της βάσης της στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης, έχουν προκαλέσει ισχυρές αναταράξεις.
Την ίδια στιγμή, αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη αίσθηση στην αγορά και στους φορείς της πόλης δεν είναι τόσο η στάση της αεροπορικής εταιρείας όσο η απόλυτη «σιγή ασυρμάτου» που τηρεί η ελληνική κυβέρνηση. Μέσα από το ρεπορτάζ αποκωδικοποιούμε το παρασκήνιο αυτής της σύγκρουσης, η οποία αποτελεί ένα τεράστιο “crash test” για τις αντοχές του τουριστικού μας μοντέλου.
Η πάγια τακτική του εκβιασμού και τα τέλη της Fraport
Για τους έμπειρους αναλυτές της αεροπορικής βιομηχανίας, η συμπεριφορά της Ryanair δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Η διοίκηση του Michael O’Leary χρησιμοποιεί παγίως την απειλή της αποχώρησης ως μοχλό πίεσης προς τις εθνικές κυβερνήσεις και τους διαχειριστές αεροδρομίων (στην προκειμένη περίπτωση τη Fraport Greece). Το πάγιο αίτημα της ιρλανδικής low-cost εταιρείας είναι η μείωση των αεροπορικών τελών (χρεώσεις ανά επιβάτη) και η παροχή ισχυρών οικονομικών κινήτρων (subsidies) από το κράτος ή τον ΕΟΤ για τη διατήρηση πτήσεων κατά τους χειμερινούς μήνες.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι το κόστος χρήσης των περιφερειακών αεροδρομίων της Ελλάδας παραμένει μη ανταγωνιστικό σε σχέση με γειτονικές χώρες (π.χ. Βουλγαρία, Ιταλία, Τουρκία), καθιστώντας μη βιώσιμα τα δρομολόγιά της εκτός της high season. Συνεπώς, μεταθέτει την ευθύνη στην ελληνική πλευρά, εκβιάζοντας ουσιαστικά για την εξασφάλιση προνομιακής μεταχείρισης.
Οι συνέπειες για την οικονομία της Βόρειας Ελλάδας
Η Θεσσαλονίκη, ωστόσο, δεν είναι απλώς ένας καλοκαιρινός προορισμός, όπως τα νησιά του Νοτίου Αιγαίου. Η οικονομία της πόλης, ο ξενοδοχειακός κλάδος, η εστίαση και το λιανεμπόριο βασίζονται στο city-break και στον δωδεκάμηνο τουρισμό. Σε αυτό το οικοδόμημα, οι εταιρείες χαμηλού κόστους, και ειδικά η Ryanair, αποτελούν τον βασικό αιμοδότη, φέρνοντας χιλιάδες τουρίστες το Σαββατοκύριακο από μεγάλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις.
Ενδεχόμενη υλοποίηση των απειλών της ιρλανδικής εταιρείας θα σήμαινε άμεση απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων αεροπορικών θέσεων ετησίως. Αυτό το κενό δεν μπορεί να αναπληρωθεί άμεσα από τους παραδοσιακούς αερομεταφορείς (legacy carriers). Ήδη, η Ένωση Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης και οι παραγωγικοί φορείς εκφράζουν την απόγνωσή τους, βλέποντας την αβεβαιότητα να υπονομεύει τις προκρατήσεις (early bookings) και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους.
Γιατί το Μέγαρο Μαξίμου τηρεί «σιγή ασυρμάτου»
Απέναντι σε αυτό το κλίμα πανικού, η στάση του Μεγάρου Μαξίμου και του υπουργείου Τουρισμού χαρακτηρίζεται από επιδεικτική σιωπή.
Πρώτον, η κυβέρνηση αρνείται να συρθεί σε μια δημόσια, εκβιαστική διαπραγμάτευση με μια ιδιωτική πολυεθνική. Εάν η Αθήνα υποκύψει στα αιτήματα της Ryanair, θα ανοίξει ο «Ασκός του Αιόλου», καθώς άλλες αεροπορικές εταιρείες (όπως η Aegean, η Sky Express, η easyJet) θα απαιτήσουν δικαίως την ίδια προνομιακή, κρατική επιδότηση τελών, παραβιάζοντας τους ευρωπαϊκούς κανόνες περί θεμιτού ανταγωνισμού.
Δεύτερον, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η σύμβαση παραχώρησης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στη Fraport ρυθμίζει ξεκάθαρα τα τιμολόγια. Οποιαδήποτε εμπορική συμφωνία αφορά αποκλειστικά τον διαχειριστή (Fraport) και την αεροπορική εταιρεία. Το κράτος δεν μπορεί να παρέμβει επιδοτώντας τα τέλη ενός ιδιωτικού αεροδρομίου για χάρη μίας συγκεκριμένης αεροπορικής.
Το στρατηγικό αδιέξοδο και η επόμενη μέρα
Το ερώτημα που προκύπτει είναι πόσο μπορεί να αντέξει η Βόρεια Ελλάδα αυτό το crash test. Η τοπική πολιτική σκηνή (βουλευτές της περιφέρειας, δήμαρχοι) πιέζει την κεντρική εξουσία να βρει μια λύση, φοβούμενη το πολιτικό και οικονομικό κόστος.
