Η πολυαναμενόμενη ενεργοποίηση της νέας έκτακτης ρύθμισης των 72 δόσεων για τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τον e-ΕΦΚΑ παρουσιάστηκε ως μια κρίσιμη «ανάσα» ρευστότητας για τον δοκιμαζόμενο επιχειρηματικό κόσμο. Ωστόσο, η δημοσιογραφική έρευνα και η αποκωδικοποίηση των ψιλών γραμμάτων της σχετικής νομοθεσίας φέρνουν στο φως μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Η ρύθμιση, η οποία προγραμματίζεται να ανοίξει στα τέλη Ιουνίου με αρχές Ιουλίου 2026, συνοδεύεται από «κόφτες» και προϋποθέσεις που εγκλωβίζουν τους επαγγελματίες, δημιουργώντας καθεστώς ανισοτήτων και υπέρογκων μηνιαίων επιβαρύνσεων.
Το παράδοξο του Απριλίου και η τιμωρία των συνεπών
Το πρώτο και ίσως πιο σοβαρό τρωτό σημείο του νέου πλαισίου εντοπίζεται στη διαχωριστική γραμμή που τέθηκε για την υπαγωγή των παλαιών χρεών (οφειλές που γεννήθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023). Ως ορόσημο ορίστηκε η 21η Απριλίου 2026, ημερομηνία ανακοίνωσης του μέτρου. Βάσει των όρων, πρόσβαση στο ευνοϊκό καθεστώς των 72 δόσεων έχουν αποκλειστικά όσοι διατηρούσαν τα παλαιά τους χρέη εντελώς αρρύθμιστα μέχρι εκείνη την ημέρα.
Η συνέπεια αυτού του όρου είναι ο αυτόματος και οριστικός αποκλεισμός χιλιάδων οφειλετών που, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, είχαν ήδη εντάξει αυτά τα χρέη στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων. Σύμφωνα με τα διασταυρωμένα στοιχεία, περίπου 280.000 ασφαλισμένοι βρίσκονται σήμερα σε ενεργή ρύθμιση 24 δόσεων. Αυτοί οι επαγγελματίες δεν δικαιούνται τη μετάβαση στις 72 δόσεις. Η συγκεκριμένη επιλογή δημιουργεί ένα ξεκάθαρο σύστημα δύο ταχυτήτων: επιβραβεύει εκείνους που αδυνατούσαν ή αμελούσαν να ρυθμίσουν τις υποχρεώσεις τους, και ταυτόχρονα τιμωρεί όσους επέδειξαν ασφαλιστική συνέπεια σπεύδοντας να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητές τους νωρίτερα.
Ο διπλός οικονομικός κλοιός: όταν οι δόσεις πνίγουν το εισόδημα
Η δεύτερη παγίδα αφορά τον συσχετισμό παλαιών και νέων οφειλών. Το νομικό πλαίσιο απαιτεί την πλήρη απουσία αρρύθμιστων νέων χρεών (από 1η Ιανουαρίου 2024 και έπειτα) προκειμένου να ενεργοποιηθούν οι 72 δόσεις. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας επαγγελματίας με διαρκή οικονομικά προβλήματα υποχρεούται να εντάξει τα νέα χρέη στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων, προκειμένου να κερδίσει τις 72 δόσεις για τα παλαιά.
Το αποτέλεσμα είναι ένας εξοντωτικός τριπλός λογαριασμός. Κάθε μήνα, ο οφειλέτης θα πρέπει να καταβάλλει:
-
Μία δόση για την έκτακτη ρύθμιση των 72 δόσεων (παλαιά χρέη).
-
Μία δόση για την πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων (νέα χρέη).
-
Τις τρέχουσες, μηνιαίες ασφαλιστικές του εισφορές.
Μια ματιά στα παραδείγματα αποδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος. Ένας επιχειρηματίας με παλαιό χρέος 50.000 ευρώ και νέο χρέος 25.000 ευρώ, θα κληθεί να πληρώσει 817 ευρώ τον μήνα για το πρώτο και 1.102 ευρώ για το δεύτερο. Η συνολική μηνιαία δαπάνη αγγίζει τα 1.919 ευρώ, ποσό που δεν περιλαμβάνει καν τις τρέχουσες εισφορές. Ακόμη και σε μικρότερα μεγέθη (π.χ. 25.000 ευρώ παλαιό χρέος και 5.400 ευρώ νέο), η τελική επιβάρυνση (408 ευρώ και 238 ευρώ αντίστοιχα) φτάνει τα 646 ευρώ, δημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας.
Υψηλό επιτόκιο και μηδενική ανοχή
Εκτός από τα προσκόμματα ένταξης, οι όροι διατήρησης της ρύθμισης είναι εξαιρετικά αυστηροί. Το επιτόκιο έχει “κλειδώσει” στο 5,5%, αυξάνοντας δραματικά το τελικό ποσό που καλείται να επιστρέψει ο ασφαλισμένος, ενώ ο νομοθέτης δεν προέβλεψε απολύτως καμία διευκόλυνση, διαγραφή προσαυξήσεων ή έστω μερική έκπτωση στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής του ποσού.
Ταυτόχρονα, το περιθώριο λάθους είναι ανύπαρκτο. Η ρύθμιση χάνεται οριστικά εάν ο οφειλέτης δεν καταβάλει εμπρόθεσμα δύο μόλις δόσεις ή εάν αμελήσει τις τρέχουσες εισφορές του, αφήνοντάς τον άμεσα αντιμέτωπο με αναγκαστικά μέτρα είσπραξης από το ΚΕΑΟ.
Η αληθινή εικόνα του χρέους μέσω του ΚΕΑΟ
Η ανάγκη για ρεαλιστικές λύσεις καθίσταται επιτακτική εάν αναλύσει κανείς τα επίσημα δεδομένα του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών. Σύμφωνα με τα επιβεβαιωμένα στοιχεία, 1.441.358 οφειλέτες βαρύνονται με χρέη που φτάνουν έως τα 15.000 ευρώ. Πρόκειται για τον κορμό της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας της χώρας. Μια δεύτερη, σημαντική κατηγορία αφορά 363.275 οφειλέτες με χρέη από 15.000 έως 30.000 ευρώ.
Η καταληκτική ημερομηνία υποβολής των ηλεκτρονικών αιτήσεων (31 Δεκεμβρίου 2026) παρέχει θεωρητικά επαρκή χρόνο. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή της ρύθμισης καταδεικνύει μια πολιτική που, αντί να διευκολύνει την επιστροφή των επαγγελματιών στην κανονικότητα, στήνει έναν λαβύρινθο. Το ερώτημα που πλέον τίθεται στους αρμόδιους οικονομικούς φορείς δεν είναι πόσοι θα κάνουν την αίτηση, αλλά πόσοι θα καταφέρουν τελικά να επιβιώσουν οικονομικά, καταβάλλοντας ταυτόχρονα τις υπέρογκες «διπλές» δόσεις και τις τρέχουσες υποχρεώσεις τους, εν μέσω ενός ιδιαιτέρως πιεστικού οικονομικού περιβάλλοντος.
