Για πρώτη φορά, η Ελλάδα προχώρησε στην επίσημη κατάθεση χάρτη που αποτυπώνει τα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και τις ζώνες κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων στη θάλασσα. Ο χάρτης βασίζεται στον νόμο 4001/2011 και αφορά τόσο τα χωρικά ύδατα όσο και τις περιοχές υφαλοκρηπίδας και εν δυνάμει Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός (ΘΧΣ) έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί ήδη από το 2021, σύμφωνα με την Οδηγία 2014/89/ΕΕ. Αφορά περίπου 480.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα – τέσσερις χερσαίες Ελλάδες – και εμπλέκονταν πάρα πολλά υπουργεία. Μέχρι τώρα, η Ελλάδα δήλωνε ότι συγκεκριμένες περιοχές είναι τμήμα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, χωρίς όμως να έχει καταθέσει επίσημο χάρτη. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο κ. Συρίγος: «Όταν έμπαιναν ξένα ερευνητικά πλοία, τους λέγαμε ότι πρέπει να ζητήσουν άδεια, αλλά δεν τους δείχναμε ποια είναι τα όρια. Τώρα, για πρώτη φορά, γνωρίζουν πού βρίσκονται τα όρια και σε ποιον να απευθυνθούν. Αυτό που βλέπουμε είναι αυτό που δικαιούμαστε βάσει του διεθνούς δικαίου. Από εκεί και πέρα αυτές είναι οι θέσεις μας εάν προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο. Το τι θα αποφασίσει το Διεθνές Δικαστήριο είναι δικό του θέμα, αλλά αυτές είναι οι θέσεις μας και εν αντιθέσει με τις θέσεις της Τουρκίας, οι δικές μας βασίζονται απολύτως στο διεθνές δίκαιο. Είναι η μέση γραμμή που ακολουθείται».
Η κατάθεση του ΘΧΣ στην ΕΕ καθιστά τον σχετικό χάρτη επίσημο ευρωπαϊκό έγγραφο. Παρέχει ένα νομικό και διπλωματικό χαρτί στην Ελλάδα. Είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Αν υπάρξει πρόκληση — όπως ενδεχόμενη είσοδος του Ορούτς Ρέις σε περιοχή που καλύπτει ο χάρτης — η Ελλάδα έχει πλέον το θεσμικό έρεισμα να ζητήσει ευρωπαϊκή αντίδραση. Η υποβολή του χάρτη αποκρυσταλλώνει τις πάγιες ελληνικές θέσεις για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ και δημιουργεί ένα αποτρεπτικό νομικό και πολιτικό εργαλείο απέναντι στις τουρκικές μονομερείς διεκδικήσεις». Παράλληλα, ο χάρτης λειτουργεί και ως εσωτερικό εργαλείο οργάνωσης. Θεσμοθετεί ένα εθνικό πλαίσιο βάσει του οποίου μπορούν να σχεδιαστούν ενεργειακές, περιβαλλοντικές και άλλες πολιτικές στη θάλασσα. Η τρέχουσα αποτύπωση δεν καθορίζει ακόμη πού ακριβώς θα αναπτυχθούν δραστηριότητες, όπως έρευνες για ενεργειακούς πόρους ή εγκατάσταση θαλάσσιων υποδομών. Αυτό είναι το δεύτερο στάδιο που ακολουθεί. Σε κάθε μία από τις τέσσερις περιοχές που καταγράφηκαν, θα καθοριστεί πού μπορούν να γίνουν συγκεκριμένες δράσεις. Σε ό,τι αφορά στα υπεράκτια αιολικά πάρκα, αυτά θα εγκατασταθούν εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, δηλαδή μέχρι 6 ναυτικά μίλια από τις ακτές. Ωστόσο, η εγγύτητα αυτή δεν είναι χωρίς προβλήματα. Η βασική όχληση είναι η οπτική. Όταν μιλάμε για τον ΘΧΣ, πρόκειται για τα όρια που η Ελλάδα θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να διεκδικήσει με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας, χωρίς όμως να σημαίνει πως τα έχει κατοχυρώσει πλήρως, είτε λόγω εκκρεμών οριοθετήσεων είτε λόγω πολιτικής επιλογής. Ενδεικτικά, το ίδιο ισχύει και για την πρόθεση της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Το δικαίωμα υπάρχει και αποτυπώνεται στον σχεδιασμό, αλλά δεν έχει ακόμη ασκηθεί.
Ο ΘΧΣ δεν οριοθετεί επισήμως ΑΟΖ, ούτε μπορεί να το κάνει μονομερώς. Ωστόσο λειτουργεί ως εργαλείο «de facto οριοθέτησης», αφού αποτυπώνει τις ελληνικές αντιλήψεις για το πού εκτείνονται οι θαλάσσιες ζώνες της χώρας – και μάλιστα σε θεσμικό ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η ανατολική γραμμή του ελληνικού χάρτη «κουμπώνει» πάνω στη δυτική κυπριακή ΑΟΖ. Έτσι καλύπτεται ένα κρίσιμο γεωπολιτικό κενό που επιχειρούσε να εκμεταλλευτεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Με τον τρόπο αυτό, το αφήγημα της “Γαλάζιας Πατρίδας” και η τεχνητή οριοθέτηση Τουρκίας–Λιβύης ακυρώνονται στην πράξη. Προς το παρόν, η αντίδραση από την Άγκυρα είναι ήπια. Εκτιμάται ότι η Τουρκία δεν θα φτάσει στο σημείο να στείλει ερευνητικά πλοία στην περιοχή – τουλάχιστον όχι άμεσα. Ο ΘΧΣ μπορεί να ενισχύσει θεσμικά την ενεργειακή διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ (EuroAsia Interconnector), παρέχοντας πλαίσιο προβλεψιμότητας και ασφάλειας. Η αποτύπωση θαλάσσιων ζωνών προσφέρει νομικά επιχειρήματα για την προστασία κρίσιμων υποδομών από πιθανές παρεμβολές ή αμφισβητήσεις. Δεν είναι άμεσο εργαλείο αποτροπής, αλλά λειτουργεί υποστηρικτικά για την οικοδόμηση μιας ευρύτερης στρατηγικής ασφάλειας.
