Γράφει ο Βασίλης Παπαστάθης
Κάποτε η πολιτική ήταν μια σκληρή σύγκρουση ιδεών. Υπήρχαν εντάσεις, αντιπαραθέσεις, ακόμη και ακραίες συγκρούσεις, αλλά υπήρχε και ένα άτυπο όριο: η μάχη δινόταν πάνω στις θέσεις, στις αποφάσεις και στις πολιτικές επιλογές. Σήμερα, όμως, αυτό το όριο μοιάζει να ξεθωριάζει όλο και περισσότερο.
Παρακολουθώντας κανείς τη δημόσια ζωή σήμερα, δύσκολα δεν αναρωτιέται αν μιλάμε ακόμη για πολιτική ή για έναν διαρκή πόλεμο προσωπικής εξόντωσης. Οι οικογένειες, οι σύντροφοι, ακόμη και τα παιδιά πολιτικών προσώπων μπαίνουν συχνά στο στόχαστρο, ενώ οι υπαινιγμοί, η λάσπη και οι προσωπικές επιθέσεις παρουσιάζονται ως «πολιτική κριτική». Κάπου εκεί, η ουσία χάνεται και η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε θέαμα.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτό δεν αφορά μία παράταξη ή έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Δεν έχει ιδεολογικό χρώμα. Η τοξικότητα έχει εξαπλωθεί παντού και τρέφεται από τον φανατισμό, την ανάγκη για εντυπώσεις και τη λογική ότι ο αντίπαλος δεν πρέπει απλώς να ηττηθεί πολιτικά, αλλά να διασυρθεί δημόσια.
Έτσι, αντί να συζητούνται προγράμματα, προτάσεις και λύσεις για τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας, ο δημόσιος διάλογος εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο σε προσωπικές επιθέσεις και στη λογική της ανθρωποφαγίας. Ένας υπαινιγμός αρκεί για να στηθεί μια ολόκληρη «δίκη» στα τηλεοπτικά πάνελ και στα κοινωνικά δίκτυα. Μισές αλήθειες μετατρέπονται σε τίτλους και η σπίλωση παρουσιάζεται ως ενημέρωση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα μέσα ενημέρωσης και τα social media αποκτούν τεράστια δύναμη. Το μικρόφωνο και η πένα μπορούν να υπηρετήσουν τη δημοσιογραφία, όταν ερευνούν, ελέγχουν την εξουσία και αποκαλύπτουν πραγματικά γεγονότα. Μπορούν όμως να γίνουν και εργαλεία δημόσιας εκτέλεσης χαρακτήρων, όταν στόχος δεν είναι η αλήθεια αλλά η κατασκευή εντυπώσεων.
Κανείς δεν λέει πως δεν πρέπει να υπάρχει σκληρή κριτική. Η δημοκρατία χρειάζεται τον έλεγχο, ακόμη και τη σύγκρουση. Άλλο όμως η αποκάλυψη και άλλο η χυδαιότητα. Άλλο η έρευνα και άλλο η συστηματική προσπάθεια διαπόμπευσης ανθρώπων μέσα από φήμες, υπονοούμενα και προσωπικά χτυπήματα.
Και ίσως το πιο θλιβερό στοιχείο αυτής της κατάστασης είναι η εξοικείωση της κοινωνίας με αυτή τη νοσηρή πραγματικότητα. Πολλοί καταδικάζουν τη λάσπη μόνο όταν αγγίζει τη δική τους πλευρά, αλλά τη χειροκροτούν όταν στρέφεται απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους τους. Έτσι, όμως, η δημόσια ζωή μετατρέπεται σε έναν φαύλο κύκλο τοξικότητας χωρίς κανόνες και χωρίς όρια.
Υπάρχει μια σκληρή αλλά αποκαλυπτική σκέψη που ακούγεται όλο και συχνότερα: ακόμη και οι μαφίες λέγεται πως έχουν κώδικες και αφήνουν τις οικογένειες έξω από τον πόλεμο. Στην πολιτική, αντίθετα, μοιάζει συχνά να μην ισχύει ούτε αυτό, καθώς όταν δεν αρκούν τα επιχειρήματα, επιστρατεύεται η προσωπική επίθεση.
Κάπως έτσι η πολιτική χάνει σταδιακά την αξιοπρέπεια της, καθώς αντί να εμπνέει συμμετοχή και εμπιστοσύνη, γεννά αποστροφή και κυνισμό. Οι πολίτες παύουν να βλέπουν αντιπαράθεση ιδεών και παρακολουθούν έναν διαρκή δημόσιο διασυρμό που θυμίζει περισσότερο τηλεοπτικό θέαμα παρά δημοκρατικό διάλογο.
Το πρόβλημα τελικά δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά ηθικό. Γιατί μια κοινωνία δεν διαλύεται μόνο από οικονομικές δυσκολίες ή πολιτικές κρίσεις. Διαλύεται και όταν χάνει το μέτρο, όταν συνηθίζει τη χυδαιότητα και όταν η ανθρωποφαγία παρουσιάζεται ως κανονικότητα.
Και ίσως γι’ αυτό το ερώτημα γίνεται σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ: μιλάμε ακόμη για πολιτική ή έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε την αλητεία ως μέρος της δημόσιας ζωής;
