Τη σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες εργαζόμενοι στον κλάδο του τουρισμού αναδεικνύει η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ, με ερώτηση που κατέθεσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο ευρωβουλευτής του Κόμματος, Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος.
Ο τουρισμός εξακολουθεί να προβάλλεται ως η λεγόμενη «βαριά βιομηχανία» της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα των υψηλών αφίξεων, των γεμάτων τουριστικών μονάδων και των θετικών οικονομικών δεικτών, διαμορφώνεται μια σκληρή πραγματικότητα τόσο για τους εργαζόμενους στον κλάδο, όσο και για τον λαό συνολικά. Όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι έχουν πλέον τη δυνατότητα να πάνε διακοπές, με τα πρόσφατα στοιχεία να δείχνουν ότι φέτος ένας στους δύο εργαζόμενους δεν θα μπορέσει να φύγει για λίγες μέρες ξεκούρασης. Όσο για τον «κοινωνικό τουρισμό», η πλειοψηφία των δικαιούχων «μένει απέξω» αφού η ζήτηση είναι τριπλάσια από την κάλυψη που παρέχει το πρόγραμμα, το οποίο μάλιστα καλύπτεται εξ ολοκλήρου από εισφορές των ίδιων των εργαζόμενων, χωρίς ο κρατικός προϋπολογισμός να δίνει ούτε ένα ευρώ.
Η πραγματικότητα είναι ότι λεγόμενη «τουριστική ανάπτυξη» και το προβεβλημένο «οικονομικό θαύμα» του κλάδου στηρίζονται στην ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι στον Τουρισμό, τον Επισιτισμό και τα Ξενοδοχεία έρχονται αντιμέτωποι με χαμηλούς μισθούς, εντατικοποίηση της εργασίας, εξαντλητικά ωράρια που συχνά φτάνουν τις 10 και 12 ώρες ημερησίως, εργασία χωρίς επαρκή χρόνο ανάπαυσης και γενίκευση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Την ίδια στιγμή, προωθείται το τσάκισμα των εναπομεινάντων εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, με τη μείωση της προστασίας των εποχικά ανέργων, το πέταγμα ειδικοτήτων όπως μάγειρες, καμαριέρες και εργαζόμενοι στη λάντζα εκτός Βαρέων και Ανθυγιεινών, καθώς και τη συρρίκνωση κατακτήσεων όπως το εφάπαξ των ξενοδοχοϋπαλλήλων. Ενδεικτική,άλλωστε, είναι η τοπική κλαδική Συλλογική Σύμβαση που υπέγραψαν το Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων και το Εργατικό Κέντρο Ρόδου με τους εργοδότες της Εστίασης, μέσα από την οποία, επιβάλλουν στους εργαζόμενους –με μια «υπεύθυνη δήλωση» που θα υπογράφουν οι ίδιοι–, να δουλεύουν επτά μέρες.
Παράλληλα, οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την ανασφάλεια που προκαλεί η όξυνση των ιμπεριαλιστικών πολέμων και ανταγωνισμών, αλλά και η ολοένα βαθύτερη εμπλοκή της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς. Ο τουριστικός κλάδος αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευάλωτος στις διεθνείς εξελίξεις, όπως φάνηκε τόσο στην περίοδο της πανδημίας όσο και σε πρόσφατα φυσικά φαινόμενα. Σε συνθήκες πολεμικής κλιμάκωσης, οι συνέπειες μεταφέρονται ξανά στους εργαζόμενους και στους μικρούς αυτοαπασχολούμενους του κλάδου, μέσω της αύξησης της ανεργίας, της απώλειας εισοδήματος, της εκτίναξης της ακρίβειας και της περαιτέρω επιδείνωσης των εργασιακών σχέσεων.
Οι εργαζόμενοι στον Τουρισμό απαιτούν πλήρη εργασιακά δικαιώματα, υπογραφή ΣΣΕ, 7ωρο – 5ήμερο – 35ωρο, χωρίς καμία διευθέτηση του χρόνου εργασίας, 2 συνεχόμενα ρεπό, το διάλειμμα να περιλαμβάνεται στον εργάσιμο χρόνο και καμία κατάτμηση της καλοκαιρινής άδειας. Επίσης, την καταβολή του εποχιακού επιδόματος για όσο διαρκεί η ανεργία, και όχι μόνο για τρεις μήνες όπως το έχει περιορίσει η κυβέρνηση.
Με βάση τα παραπάνω ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ υπέβαλε τα εξής ερωτήματα:
«Πώς τοποθετείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο γεγονός ότι:
