Καθώς το πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται ενόψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων, ο δημόσιος διάλογος και ο στρατηγικός σχεδιασμός των κομμάτων της αντιπολίτευσης μετατοπίζονται. Αντί της παραδοσιακής διεκδίκησης της κυβερνητικής πλειοψηφίας από έναν ισχυρό, ενιαίο πόλο, στο επίκεντρο επανέρχεται ένα κατεξοχήν τακτικιστικό σχέδιο: ο εγκλωβισμός της κυβερνώσας παράταξης της Νέας Δημοκρατίας μέσω του ισχύοντος εκλογικού νόμου. Το λεγόμενο «σενάριο του 25%» δεν αποτελεί απλώς μια θεωρητική άσκηση, αλλά τον βασικό άξονα γύρω από τον οποίο χτίζονται τα νέα αντιπολιτευτικά αφηγήματα, εν μέσω μιας περιόδου όπου τα εναλλακτικά πολιτικά σχήματα δοκιμάζονται σκληρά.
Η Ακτινογραφία του Εκλογικού Νόμου: Γιατί το 25% είναι Καθοριστικό
Για την αντικειμενική κατανόηση του σεναρίου, απαιτείται η αποσαφήνιση του θεσμικού πλαισίου. Ο ισχύων εκλογικός νόμος (Ν. 4654/2020) καταργεί την απλή αναλογική και επαναφέρει το σύστημα της κλιμακωτής ενισχυμένης αναλογικής. Ωστόσο, θέτει μια αυστηρή προϋπόθεση:
-
Το Κατώφλι του Μπόνους: Το πρώτο κόμμα λαμβάνει αυτομάτως μπόνους 20 εδρών, μόνο εφόσον συγκεντρώσει ποσοστό τουλάχιστον 25% των έγκυρων ψηφοδελτίων.
-
Η Κλιμάκωση: Από το 25% και πάνω, για κάθε 0,5% το πρώτο κόμμα λαμβάνει 1 επιπλέον έδρα, με ανώτατο όριο τις 50 έδρες (για ποσοστό 40% και άνω).
Εάν η Νέα Δημοκρατία, η οποία σήμερα διατηρεί την πρωτοπορία σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις (όπως της Marc και της Metron Analysis), καταγράψει ποσοστό κάτω του 25%, το μπόνους μηδενίζεται. Οι 300 έδρες κατανέμονται τότε με το σύστημα της απόλυτης απλής αναλογικής, καθιστώντας την αυτοδυναμία πρακτικά αδύνατη. Σε αυτή την ακριβώς την παράμετρο στηρίζονται τα σχέδια σχηματισμού κυβερνήσεων συνεργασίας.
Το Δημοσκοπικό «Ταβάνι» και η Μάχη για τον Χώρο του Κέντρου
Το προαναφερθέν σενάριο ανασύρθηκε εκ νέου, διότι τα πρωτεύοντα σχέδια της αντιπολίτευσης δείχνουν να μην αποδίδουν τα αναμενόμενα. Η επάνοδος του Αλέξη Τσίπρα, μέσω νέων πολιτικών εγχειρημάτων που στόχευαν στην ανασυγκρότηση του προοδευτικού μετώπου, αντιμετωπίζει σκληρά δημοσκοπικά όρια.
Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης τοποθετούν το συγκεκριμένο εγχείρημα σε ένα «ταβάνι» της τάξης του 15% έως 15,5%. Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν δύο κρίσιμα στοιχεία:
-
Το ποσοστό αυτό υπολείπεται ακόμη και του 17,8% που κατέγραψε ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουνίου 2023.
-
Καταγράφεται σαφής αδυναμία διείσδυσης στον κρίσιμο, μετριοπαθή χώρο του Κέντρου, ο οποίος παραδοσιακά κρίνει τον νικητή των εκλογών.
Την ίδια στιγμή, οι μετρήσεις (όπως η πρόσφατη της Metron Analysis που μιλά για αλλαγή του χάρτη της αντιπολίτευσης και εκείνη της Marc που δείχνει το ΠΑΣΟΚ στην τέταρτη θέση) φανερώνουν έναν ακραίο κατακερματισμό, που δεν ευνοεί τη δημιουργία ενός συμπαγούς, πλειοψηφικού ρεύματος αλλαγής.
Η Απομυθοποίηση της Αντισυστημικής Ψήφου
Στο πολιτικό σκηνικό επενδύθηκαν τεράστιες ελπίδες σε νέα πρόσωπα, άφθαρτα πολιτικά, που θα μπορούσαν να δράσουν ως καταλύτες. Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού και των όποιων πρωτοβουλιών συνδέθηκαν με το όνομά της, αντανακλώντας ένα υπαρκτό ρεύμα κοινωνικής οργής και αντισυστημισμού, εξετάστηκε ως μια πιθανή λύση ριζικής ανατροπής.
Παρά την υψηλή συναισθηματική φόρτιση και τη δίκαιη απαίτηση για απόδοση ευθυνών από την κοινωνία, η μετουσίωση αυτών των στοιχείων σε δομημένη κομματική και εκλογική δύναμη αποτελεί διαφορετικό ζήτημα. Τα ερευνητικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι το εκλογικό σώμα αντιμετωπίζει με έντονο σκεπτικισμό την ανάδειξη νέων πολιτικών “μεσσιών”. Η κοινωνική δυσφορία υφίσταται, αλλά δεν διοχετεύεται σε αντισυστημικά σχήματα που στερούνται σαφούς προγραμματικού και κυβερνητικού σχεδιασμού.
Τα Σενάρια «Ειδικού Σκοπού» και η Σταθερότητα της Χώρας
Με τα παραδοσιακά και νεοφυή κόμματα της αντιπολίτευσης να μην προκαλούν ουσιαστική απειλή για την πρωτιά, ο τελικός στόχος παραμένει η φθορά του κυβερνώντος κόμματος. Η ρητορική περιλαμβάνει σενάρια περί “κυβερνήσεων ειδικού σκοπού”, “συνεργασιών ηττημένων” ή ακόμη και “οικουμενικών” λύσεων, σε μια προσπάθεια να καλλιεργηθεί η αίσθηση ότι η σημερινή διακυβέρνηση έχει απολέσει την κοινωνική της νομιμοποίηση.
Από την πλευρά της δημοσιογραφικής ανάλυσης, η υλοποίηση τέτοιων σεναρίων θεωρείται εξόχως προβληματική. Η συνύπαρξη στον ίδιο κυβερνητικό συνασπισμό κομμάτων με εκ διαμέτρου αντίθετες ιδεολογικές αφετηρίες, αντικρουόμενες οικονομικές πλατφόρμες και οξείες προσωπικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των αρχηγών τους, αποτελεί συνταγή θεσμικής παραλυσίας. Σε ένα διεθνές περιβάλλον ραγδαίων γεωπολιτικών αλλαγών και οικονομικής αβεβαιότητας, τα πειράματα ακυβερνησίας δημιουργούν εύλογη ανησυχία στις αγορές, στους εταίρους και, πρωτίστως, στο ίδιο το εκλογικό σώμα.
Η στρατηγική της αντιπολίτευσης να επενδύσει στον εκλογικό νόμο και στο “σενάριο του 25%” μαρτυρά περισσότερο την ενδογενή της αδυναμία να αρθρώσει πειστικό εναλλακτικό κυβερνητικό λόγο, παρά μια γνήσια πολιτική υπεροχή. Όσο το εκλογικό σώμα κρίνει πως οι εναλλακτικές προτάσεις είναι ανεπαρκείς, ο δρόμος προς την ανατροπή των σημερινών πολιτικών συσχετισμών θα παραμένει κλειστός. Το βάρος πλέον πέφτει αφενός στην κυβέρνηση να διατηρήσει τη συνοχή και την αποτελεσματικότητά της, και αφετέρου στην αντιπολίτευση να αποδείξει ότι διαθέτει ρεαλιστικές προτάσεις, ξεφεύγοντας από την παγίδα των αποκλειστικά “αρνητικών” τακτικισμών.
