Στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση βρίσκεται η ριζική τροποποίηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών. Κατά τη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής την Τρίτη 30 Ιουνίου 2026, αναδείχθηκαν οι βασικοί άξονες της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας, η οποία στοχεύει στην αποσύνδεση των ποινικών διώξεων από τις σκοπιμότητες της εκάστοτε πολιτικής αντιπαράθεσης, διατηρώντας παράλληλα τον θεσμικό ρόλο της Βουλής.
Η πρόταση της ΝΔ: Κατάργηση του «αμελλητί» και δικαστικό φίλτρο
Η κυβερνητική παράταξη καταθέτει ως βάση διαλόγου μια σημαντική αλλαγή στην παράγραφο 2 του άρθρου 86. Συγκεκριμένα, προτείνεται η κατάργηση της διάταξης «αμελλητί». Μέχρι σήμερα, η διάταξη αυτή υποχρέωνε τους δικαστικούς λειτουργούς να διαβιβάζουν αμέσως στη Βουλή οποιοδήποτε στοιχείο αφορούσε μέλος της κυβέρνησης, απαγορεύοντάς τους να διενεργήσουν την παραμικρή έρευνα.
Με τη νέα πρόταση, εισάγονται αυστηρά δικαστικά «φίλτρα» πριν την εμπλοκή του Κοινοβουλίου:
-
Προκαταρκτική εξέταση: Θα διενεργείται αυτόνομα από Εισαγγελέα Εφετών.
-
Πρόταση δίωξης: Θα διατυπώνεται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (εναλλακτικά εξετάζεται η σύσταση μεικτού δικαστικού-πολιτικού οργάνου για την προ-αξιολόγηση).
-
Τελική απόφαση: Η άσκηση δίωξης θα αποφασίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής με απόλυτη πλειοψηφία (151 βουλευτές) και μέσω ονομαστικής ψηφοφορίας.
Θ. Ρουσόπουλος: Η επιφύλαξη για την ονομαστική ψηφοφορία και το Βατοπέδι
Στο βήμα της επιτροπής ανέβηκε ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Θεόδωρος Ρουσόπουλος, ο οποίος κατέθεσε μια προσωπική θεσμική επιφύλαξη σχετικά με το αν η τελική ψηφοφορία πρέπει να είναι ονομαστική ή μυστική. Ο κ. Ρουσόπουλος υπενθύμισε στο Σώμα τη δική του πολυετή δικαστική και πολιτική περιπέτεια για την υπόθεση του Βατοπεδίου (με δύο εξεταστικές το 2008-2009 και μία προανακριτική το 2010), η οποία κατέληξε στην πανηγυρική αθώωση όλων των εμπλεκομένων από τη Δικαιοσύνη.
Αναφερόμενος στη δραματική μυστική ψηφοφορία του Νοεμβρίου του 2010, ο κ. Ρουσόπουλος προχώρησε σε μια σπάνια ιστορική αναδρομή, τονίζοντας την αξία της ελεύθερης βούλησης του βουλευτή:
«Τότε ήμουν απαξιωμένος ακόμα και από το ίδιο μου το κόμμα, με δημόσια δήλωση του τότε αρχηγού μου. Το ΠΑΣΟΚ είχε 160 βουλευτές και δεν συγκέντρωσε την πλειοψηφία των 151 για την παραπομπή μου. Υπήρξαν συνάδελφοι από το ΠΑΣΟΚ που διέκριναν τη συκοφαντία —προερχόμενη από συγκεκριμένα εκδοτικά συμφέροντα στα οποία είχα αρνηθεί να παρέμβω στη Δικαιοσύνη— και δεν ακολούθησαν την κομματική γραμμή. Επιφυλάξεις είχαν εκφράσει τότε και το ΚΚΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ΛΑΟΣ».
Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο κ. Ρουσόπουλος εξέφρασε τον προβληματισμό του για το αν η ονομαστική ψηφοφορία θα εγκλωβίσει τους βουλευτές σε κομματικές σκοπιμότητες, αν και εκτίμησε ότι αν μια πρόταση παραπομπής έρχεται τεκμηριωμένη από ένα ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ελάχιστοι βουλευτές που σέβονται το Σύνταγμα θα ψήφιζαν αντίθετα.
«Το Σύνταγμα δεν είναι ασπίδα προσώπων, αλλά της Δημοκρατίας»
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο έμπειρος κοινοβουλευτικός απάντησε σε όσους ζητούν την πλήρη κατάργηση του άρθρου 86 ή τον απόλυτο αποκλεισμό της Βουλής από τη διαδικασία, υπογραμμίζοντας τις λεπτές ισορροπίες του πολιτεύματος:
«Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν κάποιοι βρίσκονται υπεράνω του νόμου. Κινδυνεύει εξίσου όταν η ποινική διαδικασία γίνεται υποκατάστατο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Δική μας ευθύνη είναι να μην επιτρέψουμε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Το εύκολο είναι η ισοπέδωση. Το δύσκολο είναι να υπηρετούμε τους θεσμούς, ακόμα και όταν αυτό δεν είναι δημοφιλές».
