Στη σκιά της πολύβουης, συχνά απρόσωπης πρωτεύουσας, μακριά από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τον τηλεοπτικό θόρυβο, γράφονται καθημερινά μικρές, αλλά καθοριστικές ιστορίες επιβίωσης. Μια από αυτές τις ιστορίες, ίσως η πιο εμβληματική της τελευταίας δεκαετίας, αφορά το Παλαιοβιβλιοπωλείο των Αστέγων. Η πρόσφατη, συγκινητική και απόλυτα δημόσια τοποθέτηση του ιδρυτή του, Λεωνίδα Κουρσούμη, ο οποίος εξέφρασε την αμέριστη ευγνωμοσύνη του προς τον πρώην Γενικό Γραμματέα του Πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη, φέρνει στο φως ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παρασκήνιο.
Διερευνήσαμε πώς μια αθόρυβη θεσμική παρέμβαση κατάφερε να λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας, εκεί ακριβώς που ο παραδοσιακός, δυσκίνητος κρατικός μηχανισμός αδυνατούσε να δώσει λύσεις. Η υπόθεση αυτή ξεπερνά τα όρια της απλής φιλανθρωπίας, αποτελεί ένα ζωντανό μάθημα για το πώς η κοινωνία των πολιτών και τα θεσμικά πρόσωπα μπορούν να συμπράξουν για την ουσιαστική καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού.
Η γέννηση μιας ιδέας μέσα από την εξαθλίωση
Για να αξιολογηθεί ορθά το ειδικό βάρος αυτής της ιστορίας, απαιτείται μια αναδρομή στις συνθήκες δημιουργίας του εγχειρήματος. Ο Λεωνίδας Κουρσούμης δεν είναι ένας θεωρητικός της κοινωνικής πολιτικής. Υπήρξε ένα από τα χιλιάδες θύματα της σφοδρής οικονομικής κρίσης, ένας άνθρωπος που έχασε την εργασία και το σπίτι του, βρισκόμενος ξαφνικά να διανυκτερεύει στους δρόμους και τις αποθήκες της Αθήνας.
Αντί, όμως, να παραδοθεί στην απόλυτη απελπισία και την περιθωριοποίηση, μετέτρεψε την ανάγκη σε δράση. Άρχισε να συλλέγει πεταμένα βιβλία από τους κάδους απορριμμάτων, διασώζοντας τον πολιτισμό από τη φθορά, με σκοπό τη μεταπώλησή τους. Η πρωτοβουλία του γρήγορα απέκτησε δομή, συγκεντρώνοντας γύρω της και άλλους άστεγους συμπολίτες μας. Στόχος δεν ήταν η επαιτεία, αλλά η δημιουργία εργασίας και η ανάκτηση της χαμένης αξιοπρέπειας. Το Παλαιοβιβλιοπωλείο των Αστέγων άρχισε να στεγάζεται σε προσωρινούς χώρους, δεχόμενο χιλιάδες δωρεές από απλούς πολίτες και εκδοτικούς οίκους.
Ο γραφειοκρατικός εφιάλτης και ο κίνδυνος του λουκέτου
Παρά την τεράστια ηθική στήριξη της κοινωνίας, η καθημερινή λειτουργία ενός τέτοιου εγχειρήματος απαιτεί σκληρούς οικονομικούς πόρους: ενοίκια, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, μεταφορικά έξοδα. Το ελληνικό κράτος, παρότι διαθέτει ταμεία και προγράμματα, συχνά εγκλωβίζεται σε αυστηρά, γραφειοκρατικά πλαίσια που δεν επιτρέπουν την άμεση και ευέλικτη χρηματοδότηση πρωτοβουλιών βάσης.
Οι άστεγοι βρέθηκαν επανειλημμένα αντιμέτωποι με το φάσμα της έξωσης και της διακοπής λειτουργίας του Παλαιοβιβλιοπωλείου. Χωρίς σταθερό ΑΦΜ εμπορικής επιχείρησης, χωρίς πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό και με τα έσοδα να ίσα που επαρκούν για την καθημερινή σίτιση των μελών, η δομή ακροβατούσε σε τεντωμένο σχοινί. Σε αυτές ακριβώς τις οριακές στιγμές, η παρέμβαση εξωστρεφών θεσμικών παραγόντων αποδείχθηκε σωτήρια.
Η αθόρυβη παρέμβαση του Γρηγόρη Δημητριάδη
Η δημόσια αποκάλυψη του κ. Κουρσούμη για τη σταθερή, αθόρυβη και μακριά από κάμερες συνδρομή του Γρηγόρη Δημητριάδη διαθέτει τεράστια πολιτική και κοινωνική σημασία. Σε μια εποχή όπου οι περισσότερες δράσεις πολιτικών προσώπων γίνονται με γνώμονα τη δημοσιότητα και την προβολή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η συστηματική κάλυψη των αναγκών (όπως η συνδρομή στα ενοίκια του χώρου) χωρίς την επιδίωξη πολιτικού οφέλους, αποτελεί σπάνια εξαίρεση.
Η στάση του πρώην Γενικού Γραμματέα του Πρωθυπουργού καταδεικνύει ότι, πίσω από τους τοίχους των κυβερνητικών μεγάρων, υπάρχουν αντανακλαστικά ενσυναίσθησης. Η υποστήριξη ενός ανθρώπου του Μεγάρου Μαξίμου προς τους ανθρώπους του πεζοδρομίου λειτούργησε ως γέφυρα. Δεν περιορίστηκε στην περιστασιακή ελεημοσύνη, αλλά επικεντρώθηκε στη διασφάλιση της υποδομής, επιτρέποντας στο Παλαιοβιβλιοπωλείο να συνεχίσει να λειτουργεί, να αναπτύσσεται και να προσφέρει καταφύγιο στους ανθρώπους του.
Η κυκλική οικονομία ως πρότυπο κοινωνικής πολιτικής
Το μοντέλο που έχει χτίσει ο Λεωνίδας Κουρσούμης και το οποίο προστάτευσε με τη στήριξή του ο κ. Δημητριάδης, συνιστά την επιτομή της σύγχρονης κοινωνικής επανένταξης. Διαφέρει παρασάγγας από τα παραδοσιακά ιδρύματα πρόνοιας, καθώς βασίζεται σε τρεις καινοτόμους πυλώνες:
-
Οικονομική αυτονομία: Οι άστεγοι δεν είναι παθητικοί δέκτες επιδομάτων, αλλά ενεργοί εργαζόμενοι που συντηρούν τους εαυτούς τους μέσα από τον μόχθο τους.
-
Κυκλική οικονομία: Τα πεταμένα βιβλία ανακυκλώνονται, βρίσκουν νέους αναγνώστες και η αξία τους μετατρέπεται σε στέγη και τροφή.
-
Άρση του κοινωνικού στίγματος: Μέσα από την καθημερινή συναναστροφή με πελάτες, εθελοντές και επισκέπτες, οι άνθρωποι της δομής επανασυνδέονται με τον κοινωνικό ιστό, σπάζοντας την απομόνωση της αστεγίας.
Η επόμενη ημέρα και το χρέος της Πολιτείας
Η υπόθεση του Παλαιοβιβλιοπωλείου των Αστέγων παραδίδει ένα διττό μάθημα. Αφενός, επιβεβαιώνει πως η ατομική πρωτοβουλία και η ιδιωτική αλληλεγγύη –ακόμη και από πρόσωπα της υψηλής πολιτικής εξουσίας που δρουν ως απλοί πολίτες– μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Αφετέρου, υπενθυμίζει το δομικό χρέος του κράτους.
Το ελληνικό κράτος οφείλει να διδαχθεί από τη διορατικότητα εκείνων που στήριξαν τη δομή στα δύσκολα. Η Πολιτεία έχει υποχρέωση να θεσμοθετήσει ένα ευέλικτο, μόνιμο νομικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο για τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (Κοιν.Σ.Επ.) και τις δομές αστέγων, ώστε αυτές να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά να διαθέτουν θεσμική βιωσιμότητα.
Το δημόσιο «ευχαριστώ» του Λεωνίδα Κουρσούμη στον Γρηγόρη Δημητριάδη είναι, τελικά, μια νίκη της ανθρωπιάς. Αποδεικνύει ότι η αλληλεγγύη δεν έχει πολιτικά χρώματα ούτε ταξικά στεγανά. Όταν τα βιβλία που κάποιοι πέταξαν γίνονται ο λόγος για να βρει ένα κρεβάτι ένας άνθρωπος που κοιμόταν στο παγκάκι, τότε η κοινωνία έχει κάνει, έστω και καθυστερημένα, το χρέος της.
