Με σημερινό του άρθρο ο Βουλευτής Μεσσηνίας και πρώην Υπουργός , Αλέξης Χαρίτσης, παρεμβαίνει για ένα ιδιαίτερο κρίσιμο ζήτημα που αφορά τους εποχικά εργαζόμενους στη «βαριά βιομηχανία» της χώρας, τον τουρισμό, με αφορμή την τραγωδία του 6χρονου παιδιού που πνίγηκε σε πισίνα ενοικιαζόμενης κατοικίας στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Μεσσηνία και συγκεκριμένα στη Γιάλοβα.
«Για κάποιους το καλοκαίρι σημαίνει ελεύθερος χρόνος. Για άλλους σημαίνει ο χρόνος που δεν τους ανήκει καθόλου. Το καλοκαίρι είναι ίσως η πιο ταξική εποχή» λέει εισαγωγικά ο Αλ. Χαρίτσης.
Αφού επισημαίνει ότι η Ελλάδα οργανώνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας της γύρω από τον τουρισμό, που σωρευτικά επηρεάζει περισσότερο από το 1/3 της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας και κάθε καλοκαίρι ακούμε για ρεκόρ αφίξεων, αναφέρεται σε μια εικόνα που δεν βλέπουμε ποτέ: «Τα παιδιά εκείνων που καθαρίζουν τα δωμάτια, σερβίρουν τα γεύματα, αλλάζουν τα σεντόνια, οδηγούν τα λεωφορεία, δουλεύουν στις κουζίνες, στα καράβια, στα μπαρ και στις αποθήκες».
Ο Αλ. Χαρίτσης μιλάει για ένα από «τα πιο πρακτικά και ταυτόχρονα πιο αόρατα κοινωνικά ζητήματα» που θυμόμαστε «μόνο όταν συμβεί μια τραγωδία και ύστερα το ξεχνάμε ξανά» και αναφέρεται στο τραγικό περιστατικό της Γιάλοβας, που ένα 6χρονο αγοράκι πνίγηκε στην πισίνα εξοχικής κατοικίας στην οποία η μητέρα του εργαζόταν ως καθαρίστρια.
«Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται σκληρά και με εξαντλητικά ωράρια, όταν τα σχολεία είναι κλειστά, οι συνήθεις ρυθμοί της οικογενειακής ζωής διακόπτονται και οι ανάγκες φροντίδας μεγαλώνουν. Κι όμως, ένα τέτοιο ζήτημα με βασανιστικές κοινωνικές συνέπειες παραμένει ταμπού στον δημόσιο διάλογο» τονίζει ο ίδιος.
Και συνεχίζει θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα: «Η δημόσια συζήτηση κινείται σταθερά γύρω από την επέκταση της τουριστικής περιόδου αλλά δεν αγγίζει ποτέ ένα επιτακτικό ερώτημα: όταν καλούμε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να εργαστούν, κατά κανόνα σε συνθήκες ακραίας υπερεκμετάλλευσης, όλο το καλοκαίρι, ποιος αναλαμβάνει τα παιδιά τους;
Αν η χώρα στηρίζεται όλο και περισσότερο στην εποχική εργασία, γιατί η φροντίδα των παιδιών αντιμετωπίζεται σαν ιδιωτική υπόθεση κάθε οικογένειας;
Γιατί θεωρείται αυτονόητο ότι κάπου θα βρεθεί μια γιαγιά, ένας παππούς, μια γειτόνισσα, ένας συγγενής ή, στην καλύτερη περίπτωση, χρήματα για ιδιωτική λύση;».
«Σήμερα ένας εργαζόμενος γονιός καλείται να συναρμολογήσει μόνος του το τι θα κάνει» διαπιστώνει ο κ. Χαρίτσης ενώ επισημαίνει ότι οι παιδικές κατασκηνώσεις της ΔΥΠΑ, το πρόγραμμα του ΟΠΕΚΑ, τα κέντρα απασχόλησης και τα δημοτικά summer camps, όπου υπάρχουν, δεν είναι επαρκείς λύσεις. Και οι ιδιωτικές δομές απευθύνονται σε όσους μπορούν να τις πληρώσουν.
«Έτσι, η πραγματική απάντηση στο ερώτημα «πού είναι τα παιδιά όταν οι γονείς δουλεύουν σεζόν;» εξακολουθεί να είναι σχεδόν πάντα η ίδια: «Αυτό είναι πρόβλημα του κάθε γονιού. Ιδιωτικά», καταλήγει ο ίδιος.
Επίσης, αναφέρεται στα τέσσερα κομβικά υπουργεία, Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Τουρισμού, Εργασίας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τονίζοντας την έλλειψη δημόσιων πολιτικών για τα παιδιά των εργαζόμενων στον τουρισμό: ένα καθολικό εθνικό πρόγραμμα θερινής φροντίδας με εγγυημένες θέσεις για τα παιδιά των εργαζόμενων γονέων, ένα ειδικό σχέδιο για τις οικογένειες των εποχικά εργαζομένων στις τουριστικές περιοχές, συλλογικές συμβάσεις που να υποχρεώνουν τις μεγάλες εποχικές επιχειρήσεις να συμβάλλουν στην οργάνωση δομών παιδικής φροντίδας για το προσωπικό τους, σύνδεση αναπτυξιακών ή επενδυτικών κινήτρων στον τουρισμό με την υποχρέωση δημιουργίας κοινωνικών υποδομών για τους εργαζόμενους.
Στη συνέχεια ο κ. Χαρίτσης φέρνει ως παράδειγμα τις λύσεις που έχουν υιοθετηθεί σε αρκετές τουριστικές περιοχές της Ευρώπης, με δημοτικούς παιδικούς σταθμούς, θερινά σχολεία δημιουργικής απασχόλησης και αθλητικών δραστηριοτήτων είτε από εταιρικούς ή συνεργατικούς εταιρικούς παιδικούς σταθμούς είτε μέσω επιδομάτων οικογενειακής στήριξης κλπ και αναρωτιέται: «Γιατί όχι κι εδώ;».
Ο ίδιος παρατηρεί ότι στη χώρα μας, εκατομμύρια δημόσιου χρήματος κατευθύνονται σε υποδομές, επιδοτήσεις και επενδυτικά κίνητρα στον κλάδο του τουρισμού, «για τα παιδιά των ανθρώπων που παράγουν τον πλούτο, όμως, καμία πρόνοια».
Και καταλήγει: «Δεν είναι θέμα τεχνογνωσίας, λοιπόν, αλλά πολιτικής βούλησης και μέριμνας για τον σχεδιασμό των αναγκαίων δημόσιων πολιτικών.Ίσως ήρθε η ώρα να αρχίσουμε να μετράμε την επιτυχία, της «βαριάς βιομηχανίας» αυτής της χώρας, του τουρισμού και με έναν ακόμη δείκτη: αν όσοι τον κρατούν όρθιο μπορούν να μεγαλώνουν τα παιδιά τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια».
