Σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής παραμένουν εξαιρετικά ρευστές, η ελληνοτουρκική διπλωματία φαίνεται να αναδεικνύει εκ νέου το πιο ανθεκτικό και αποδοτικό της εργαλείο: την οικονομία. Η πρόσφατη τοποθέτηση του πρέσβη της Τουρκίας στην Αθήνα, Τσαγατάι Ερτσίγιες, ο οποίος υπογράμμισε με έμφαση ότι η εμπιστοσύνη μεταξύ των επιχειρηματικών κοινοτήτων των δύο χωρών ενισχύεται σταθερά, δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική εθιμοτυπία. Αντίθετα, αποκρυπτογραφεί τον πυρήνα της νέας, εξαιρετικά ρεαλιστικής στρατηγικής που ακολουθούν η Αθήνα και η Άγκυρα για την εδραίωση μιας παρατεταμένης περιόδου ηρεμίας.
Παρατηρούμε μια σαφή, συνειδητή μετατόπιση του βάρους από την υψηλή πολιτική (high politics), όπου οι διαφωνίες για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ παραμένουν βαθιές και δομικές, στη λεγόμενη «θετική ατζέντα» (low politics). Η επιχειρηματικότητα, το διμερές εμπόριο και οι διασυνοριακές επενδύσεις μετατρέπονται πλέον στον βασικό αγωγό αποσυμπίεσης των εθνικών εντάσεων, δημιουργώντας ένα δίχτυ ασφαλείας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.
Η «θετική ατζέντα» και ο νέος ρόλος των παραγωγικών φορέων
Οι δηλώσεις του κ. Ερτσίγιες έρχονται να επισφραγίσουν μια μεθοδική προσπάθεια μηνών, η οποία στοχεύει στο να φέρει πιο κοντά τα επιμελητήρια, τους επενδυτές και τους παραγωγικούς φορείς της Ελλάδας και της Τουρκίας. Παραδοσιακά, το επιχειρηματικό κλίμα μεταξύ των δύο κρατών υπήρξε απόλυτος όμηρος των πολιτικών αναταράξεων. Κάθε φορά που η ένταση στο Αιγαίο κλιμακωνόταν, όπως συνέβη χαρακτηριστικά το καλοκαίρι του 2020 με την κρίση του Oruç Reis, τα επενδυτικά σχέδια «πάγωναν» και το εμπόριο δεχόταν ισχυρό, ασύμμετρο πλήγμα.
Σήμερα, ωστόσο, η εικόνα αλλάζει θεαματικά. Οι δύο πλευρές έχουν αντιληφθεί πως η οικοδόμηση αμοιβαίας εμπιστοσύνης (confidence building measures) δεν μπορεί να επιτευχθεί αποκλειστικά μέσω των κεκλεισμένων των θυρών συναντήσεων στα υπουργεία Εξωτερικών. Πρέπει να ριζώσει στην πραγματική οικονομία. Η ενεργοποίηση φορέων όπως το Enterprise Greece από την ελληνική πλευρά και το Συμβούλιο Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων (DEIK) από την τουρκική, δημιουργεί θεσμικούς διαύλους επικοινωνίας που παραμένουν ανοιχτοί ακόμη και σε περιόδους διπλωματικής στασιμότητας. Η ενίσχυση της συνεργασίας σε τομείς αμοιβαίου οφέλους, όπως ο τουρισμός, οι κατασκευές, τα logistics και η αγροδιατροφή, δημιουργεί ένα πλέγμα αμοιβαίας εξάρτησης.
Ο στρατηγικός στόχος των 10 δισ. δολαρίων
Το ορόσημο αυτής της νέας, πραγματιστικής προσέγγισης έχει ήδη τεθεί από το υψηλότερο πολιτικό επίπεδο. Κατά τις πρόσφατες συναντήσεις τους, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, και ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, συμφώνησαν στην ανάγκη διπλασιασμού του όγκου του διμερούς εμπορίου, θέτοντας ως εθνικό στόχο τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Πρόκειται για έναν εξαιρετικά φιλόδοξο, αλλά απολύτως ρεαλιστικό στόχο, δεδομένης της γεωγραφικής εγγύτητας, του μεγέθους των αγορών και της συμπληρωματικότητας των δύο οικονομιών.
Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, απαιτείται ακριβώς αυτό που επεσήμανε ο Τούρκος πρέσβης: η εμπιστοσύνη. Οι Έλληνες επιχειρηματίες πρέπει να νιώθουν ασφάλεια δικαίου για να επενδύσουν στην τεράστια τουρκική αγορά, και αντίστοιχα, τα τουρκικά κεφάλαια χρειάζονται ένα σταθερό, ευρωπαϊκό περιβάλλον για να τοποθετηθούν στρατηγικά στην Ελλάδα. Τα πρώτα δείγματα γραφής είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Το επιτυχημένο πρόγραμμα χορήγησης βίζας-εξπρές (visa on arrival) σε Τούρκους πολίτες για δέκα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου έδωσε τεράστια οικονομική ανάσα στις τοπικές κοινωνίες, αποδεικνύοντας στην πράξη πώς μια ρεαλιστική διπλωματική συμφωνία μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε μετρήσιμο οικονομικό όφελος για τους πολίτες.
Η διπλωματία της αγοράς ως ασπίδα σταθερότητας
Η δήλωση του Τσαγατάι Ερτσίγιες υπογραμμίζει ένα θεμελιώδες αξίωμα των σύγχρονων διεθνών σχέσεων: τα ισχυρά και αμοιβαία οικονομικά συμφέροντα λειτουργούν ως τα ισχυρότερα «αμορτισέρ» απέναντι στις γεωπολιτικές κρίσεις. Καθώς ο επιχειρηματικός κόσμος των δύο χωρών έρχεται πιο κοντά, δημιουργείται ένα άτυπο, αλλά πανίσχυρο λόμπι υπέρ της ειρήνης. Αυτή η διασυνοριακή επιχειρηματική κοινότητα μπορεί να λειτουργήσει πυροσβεστικά, αποτρέποντας τις κυβερνήσεις από την υιοθέτηση ακραίων ρητορικών ή μονομερών ενεργειών που θα έθεταν σε κίνδυνο την κερδοφορία και την ανάπτυξη.
Φυσικά, κανείς σοβαρός αναλυτής δεν τρέφει αυταπάτες. Η εμβάθυνση των εμπορικών και οικονομικών δεσμών δεν πρόκειται, από μόνη της, να επιλύσει τα ακανθώδη, νομικά και κυριαρχικά ζητήματα που απασχολούν τις δύο χώρες επί δεκαετίες. Ωστόσο, η ενίσχυση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης αλλάζει ριζικά το ευρύτερο αφήγημα. Αντί η Αθήνα και η Άγκυρα να εστιάζουν εμμονικά σε αυτά που τις χωρίζουν, επιλέγουν πλέον να κεφαλαιοποιήσουν αυτά που τις ενώνουν.

