Του Νικόλαου Γκοντούλα
Βρισκόμαστε ένα εικοσιτετράωρο μετά την επίσημη ανακοίνωση του αποτελέσματος των αμερικανικών εκλογών και η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Κάμαλα Χάρις αποτελεί πλέον γεγονός. Μετά από μια περίοδο έντονης πόλωσης, με αποκορύφωμα την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, ο Τραμπ κατάφερε να αντέξει στην πίεση και να πετύχει αυτό που είχε θέσει ως στόχο εδώ και μια τετραετία, δηλαδή την επιστροφή του στη θέση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Ο Τραμπ και το επιτελείο του ακολούθησαν πιστά το πλάνο τους και εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη των Αμερικανών πολιτών για βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασής, την υπόσχεση για διατήρηση των παραδοσιακών – συντηρητικών αξιών και της ελευθερίας λόγου, τη υπεράσπιση των κλειστών συνόρων όπως και τη δέσμευση τους για πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν στην άμεση λήξη των πολεμικών αναμετρήσεων που λαμβάνουν χώρα στον πλανήτη, κέρδισαν τον απαραίτητο αριθμό εκλεκτόρων.
Η πλευρά της Χάρις από την άλλη, επέμενε σε ένα περίεργο αφήγημα που υποστήριζε πως θα άλλαζε την οικονομική πολιτική την οποία υπηρέτησε επί τρία και πλέον έτη και ταυτόχρονα θεωρούσε επιτυχημένη. Στα κοινωνικά ζητήματα τάχθηκε ξεκάθαρα στο στρατόπεδο του δικαιωματισμού, θέτοντας αυτομάτως απέναντί της όσους έχουν κουραστεί από την προσπάθεια επιβολής της woke ατζέντας. Τέλος, στο πεδίο της επικοινωνίας επιδίωξε και κατάφερε να έχει στο πλευρό της την πλειονότητα των media καθώς και αστέρες του Hollywood, φαινόμενο σύνηθες για την αμερικανική πολιτική σκηνή, που όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος μάλλον λειτούργησε εναντίον της.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού τώρα – και πιο συγκεκριμένα στη χώρα μας – ζήσαμε για άλλη μια φορά τον απόλυτο παραλογισμό. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σχεδόν καθ’ ολοκληρία, υποστήριξαν την Κάμαλα Χάρις και παρουσίασαν την εκλογή της σχεδόν ως δεδομένη. Οι διεθνείς αναλύσεις, οι προβλέψεις και οι εγχώριες φωνές που υποστήριζαν πως η εκλογή Τραμπ ήταν πιθανότερη, ήταν περιορισμένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Σίγουρα, όποιος αρθρώνει δημόσιο λόγο έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίζει και να τάσσεται στο πλευρό όποιου υποψηφίου επιθυμεί. Ωστόσο, την προηγούμενη περίοδο είδαμε να παρουσιάζεται η μία υποψήφια – δηλαδή η Χάρις – περίπου ως άγγελος επί γης που θα κάλυπτε με τις στοργικές της φτερούγες κάθε Αμερικανό ή μη πολίτη και από την άλλη πλευρά ο έτερος υποψήφιος Ντόναλντ Τραμπ ως παράφρων που στο πέρασμά του θα έφερνε την απόλυτη καταστροφή.
Χρειάζεται απλά στοιχειώδης νοημοσύνη για να αντιληφθεί κανείς πως η παραπάνω εικόνα απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας μας επιλέγουν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση – ακόμη και σε αυτές που δεν αφορούν άμεσα τον Έλληνα ψηφοφόρο – να αντιμετωπίζουν όσους επιλέγουν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις με τρόπο σχεδόν προσβλητικό. Δυστυχώς, το φαινόμενο δεν παρατηρείται πρώτη φορά σε αυτές τις εκλογές, αφού τα τελευταία χρόνια έχουμε την ίδια ατμόσφαιρα σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, όπου η πραγματικότητα παρουσιάζεται περίπου ως άσπρο – μαύρο.
Από τη μια πλευρά βρίσκονται πάντα οι κακοί, το «τέρας της ακροδεξιάς», η «πατριαρχία», οι «λαϊκιστές» και άλλοι όροι που εξυπηρετούν το γενικότερο τσουβάλιασμα και από την άλλη πλευρά έχουμε «αγιογραφίες» προσώπων ή πολιτικών ομάδων, οι οποίες γίνονται στο όνομα όσων υιοθετούν συνήθως διεθνιστικές ατζέντες, οι οποίες βαπτίζονται μετριοπαθείς ή προοδευτικές.
Είναι πολύ πιθανό η εκλογή Τραμπ να πυροδοτήσει εξελίξεις πέρα από τα σύνορα της Αμερικής και να ενισχύσει περαιτέρω τη στροφή της δύσης προς συντηρητικούς πολιτικούς και κόμματα. Εξίσου πιθανό είναι να συμβεί αυτό και στη χώρα μας, όπου στις πρόσφατες ευρωεκλογές η συγκεκριμένη στροφή έγινε πιο αισθητή από ποτέ.
Το αντιπολιτευτικό κενό θα πρέπει αργά η γρήγορα να καλυφθεί και το ενδεχόμενο αυτό να συμβεί από τα «δεξιά» της κυβέρνησης αυξάνεται. Ευελπιστούμε πως εφόσον υπάρξει ένα τέτοιο φαινόμενο, οι πολίτες δε θα βρεθούν αναγκασμένοι να παρακολουθούν το εγχώριο mediaκό σύστημα να επαναλαμβάνει την ίδια τακτική προσβάλλοντας το κοινό του και εκθέτοντας τον ίδιο του τον εαυτό.
