Σε μια εκτενή και αποκαλυπτική συζήτηση, ο Διονύσης Κουτσαντώνης, Πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφορικής & Νέων Τεχνολογιών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και Διευθύνων Σύμβουλος της RDC Informatics αναλύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) στη δίνη της «βίαιης» ψηφιοποίησης.
Από το πραγματικό οικονομικό κόστος της συμμόρφωσης με τα MyData και την Ψηφιακή Κάρτα, μέχρι τις ευκαιρίες των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και τον «σεισμό» που φέρνει η Τεχνητή Νοημοσύνη, ο κ. Κουτσαντώνης χαρτογραφεί το παρόν και το μέλλον της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα.
BusinessVoice: Τα τελευταία χρόνια είχαμε μια βίαιη ψηφιοποίηση του κράτους. Με MyData, ΕΡΓΑΝΗ, διασύνδεση POS, ψηφιακό δελτίο αποστολής κ.α, πολλοί έμποροι παραπονιούνται ότι αυτό δεν είναι ψηφιακός μετασχηματισμός, αλλά μεταφορά του διοικητικού βάρους από την Εφορία στον δικό τους υπολογιστή και στον λογιστή τους. Έχουν δίκιο; Πώς θα περάσουμε από την ψηφιακή υποχρέωση στην ψηφιακή ανάπτυξη;
Διονύσης Κουτσαντώνης: Όπως σε κάθε περίπτωση υπάρχουν 2 πλευρές που πρέπει να εξετάσουμε. Από τη μία ήταν μια μεταρρύθμιση που έπρεπε να γίνει. Δεν το συζητάμε, έπρεπε και πρέπει να μπει τάξη.
Από την άλλη όμως οι εταιρείες έχουν φορτωθεί ένα τεράστιο ψηφιακό όγκο, ο οποίος όμως δεν χρησιμοποιείται για να κάνει την δική τους δουλειά πιο εύκολη, αλλά για να μαζεύει στοιχεία και να κάνει data entry για την ΑΑΔΕ. Μέχρι οι επιχειρήσεις καταλάβουν ποιες είναι οι ανάγκες τους, τι πρέπει να χρησιμοποιήσουν και πως, ήρθε το κράτος και “επέβαλε” μηχανογράφηση για να παρακολουθήσει τον κύκλο εργασιών τους, τις εισπράξεις, τις σχέσεις και συναλλαγές με τις τράπεζες.
Όλα αυτά έγιναν με βίαιο σχεδόν τρόπο, πριν οι επιχειρήσεις προλάβουν να ωριμάσουν μηχανογραφικά. Αυτό οδήγησε σε ατελείς μηχανογραφήσεις, αναγκαστική όδευση σε μια κατεύθυνση προκειμένου να καλύψουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους προς το κράτος και δεν έγινε καμία σπουδή για πως αυτή η μηχανογράφηση θα αξιοποιηθεί για να γίνουν πιο παραγωγικές
BV: Μιλούσα πριν λίγο καιρό με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, τον κ. Καφούνη και μου έλεγε πως το κόστος της μηχανογράφησης και παρακολούθησης των ψηφιακών μέσων, επιβαρύνει τις μικρές επιχειρήσεις με ένα κόστος που σχεδόν αντιστοιχεί με μια κανονική μισθοδοσία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχει δημιουργηθεί μια “τρύπα” δεξιοτήτων και αναγκών που δεν μπορεί να κλείσει.
ΔΚ: Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια. Η αναγκαστική μηχανογράφηση και η επιβολή τέτοιων ρόλων μέσα στην επιχείρηση πραγματικά είχε ανακατέψει πάρα πολύ πάρα πολύ την τράπουλα σε επιχειρήσεις. Αυτό όμως που δεν έχει αναδειχτεί είναι το εξής: Το κράτος ζήτησε από τις επιχειρήσεις, για παράδειγμα, να κάνουν ψηφιακή τιμολόγηση. Αλλά το ίδιο το κράτος δεν έδωσε στις ίδιες επιχειρήσεις ένα κρατικό φορέα μέσα από τον οποίο να δημιουργηθεί ένα πρόγραμμα για αυτή την υπηρεσία, όπως έκανε για παράδειγμα με τα ΚΕΠ.
Κάποια στιγμή είχε ειπωθεί πως θα έκαναν μια κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν έγινε τίποτα. Το ίδιο και με την Ηλεκτρονική Τιμολόγηση, σου επιβάλει να την χρησιμοποιήσεις (και καλά κάνει) αλλά δεν σου δίνει την εναλλακτική. Θα πρέπει μια μικρή επιχείρηση να δουλέψει με κάποιο πάροχο, χωρίς να εξετάσει αν αυτό το κόστος μπορεί να το απορροφήσει.
Από την πλευρά των επιχειρήσεων, κανένας σωστός επιχειρηματίας δεν θα πει “δεν θέλω να το κάνω”. Όλοι είπαμε θα προσαρμοστούμε. Αλλά δώσε μου μια εναλλακτική, μείωσε μου το λειτουργικό κόστος. Τι σημαίνει το κόστος αυτό για μια Μικρομεσαία Επιχείρηση;
Μπορεί κάποιος να πει ότι 10.000 παραστατικά κοστίζουν 100 και 150 ευρώ, δεν είναι σοβαρό κόστος για μια επιχείρηση. Ναι, αλλά αν αθροίσουμε το κόστος και για την ηλεκτρονική τιμολόγηση και για την ψηφιακή κάρτα και για τη διασύνδεση των POS και για τα τιμολόγια και για το καινούργιο λογισμικό και την αναβάθμιση των ταμειακών μηχανών και οτιδήποτε άλλο, δημιουργείται ένα σύνολο που φτάνει στο μηνιάτικο ή στα μηνιάτικα και εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα. Γιατί να μην χρησιμοποιήσω αυτά τα κεφάλαια για να προσλάβω ένα εργαζόμενο που θα μου ανοίξει και τον κύκλο εργασιών;
BV: Ας δεχτούμε ότι λόγω συνθηκών και πρότερης λειτουργία, ήταν απαραίτητη η βίαιη ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων. Μήπως όμως το γρήγορο έχει γίνει και βιαστικό ή πρόχειρο; Για παράδειγμα, πόσες φορές έχει έρθει το κράτος να μιλήσει με τις επιχειρήσεις και τα επιμελητήρια, για να σχεδιάσετε μαζί τις επόμενες αλλαγές;
ΔΚ: Το ότι τα πράγματα γίνονται βιαστικά και γρήγορα χωρίς συνεννόηση, φαίνεται από τις διαδοχικές αναβολές που παίρνουν τα προγράμματα, όπως γίνεται τώρα με το Ψηφιακό Δελτίο Αποστολής. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προχειρότητας και βιασύνης.
Επίσης, όχι, δεν έχει υπάρξει ποτέ τέτοιο επίπεδο διαλόγου ή συν-οργάνωσης με τα επιμελητήρια για την διερεύνηση των αναγκών της αγοράς και την δημιουργία ψηφιακών εργαλείων. Οι όποιες ενημερώσεις είναι σχεδόν πάντα απολογιστικές, κυρίως για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί από την πιλοτική εφαρμογή των προγραμμάτων. Και αυτή ακριβώς είναι η συζήτηση που έχουμε και με άλλα επιμελητήρια και ενώσεις σε όλη τη χώρα.
Γιατί να χάνουμε 2, 3 και 5 μήνες, ακόμα και χρόνια όταν θα μπορούσαμε να τα έχουμε συζητήσει και οργανώσει όλα από κοινού;
BV: Μιας και μιλήσαμε για το Επιμελητήριο. Είστε Πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφορικής & Νέων Τεχνολογιών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, τι σημαίνει αυτό; τι σημαίνει αυτό για το Επιμελητήριο και τις επιχειρήσεις;
ΔΚ: Οι ανάγκες της ψηφιακής εκπαίδευσης και ενίσχυσης των ΜΜΕ είναι πολύ μεγαλύτερες από ότι φαντάζεσαι. Μέσα από τις δράσεις μας έχουμε διακρίνει 3 βασικές ανάγκες. Η μία αφορά στην ενδυνάμωση του ίδιου του κλάδου των εταιρειών πληροφορικής, ειδικά των μικρών, οι οποίες πρέπει να αρχίσουν να μεγαλώνουν. Υπάρχει επίσης η ανάγκη των Μικρομεσαίων, ειδικά των πολύ μικρών επιχειρήσεων, να μετασχηματιστούν, κάτι όμως που είναι αρκετά δύσκολο με βάση τα δεδομένα, ειδικά τώρα που η Τεχνητή Νοημοσύνη επελαύνει και αλλάζει τα πάντα γύρω της.
Τέλος, μια βασική ανάγκη είναι αυτή που έχει το ίδιο το Επαγγελματικό επιμελητήριο να αξιοποιήσει τις διαθέσιμες τεχνολογίες και να συμβαδίσει με την σύγχρονη εποχή.
BV: Να φανταστούμε ότι όλα αυτά δεν μένουν σε επίπεδο wishfull thinking
ΔΚ: Ίσα ίσα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε οργανώσει μια σειρά δράσεων, workshops και ενημερώσεων με διάφορους φορείς της αγοράς, είτε σε κρατικό είτε σε ιδιωτικό επίπεδο. Οι δράσεις αυτές προσελκύουν πάρα πολύ κόσμο, επαγγελματίες κάθε ειδικότητας και μεγέθους οι οποίοι με την σειρά τους μας αποδεικνύουν ότι αυτές οι δράσεις είναι ευπρόσδεκτες και πολύτιμες.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν πρέπει να είναι μόνο βάρος
BV: Κάποιος κακοπροαίρετος θα έλεγε πως και από την δική τους την πλευρά οι επιχειρήσεις καθυστέρησαν να προσαρμοστούν. Η ψηφιοποίηση, όπως και να έγινε αυτό, ξεκίνησε το 2019. Έχουν περάσει 7 χρόνια. Είναι δυνατόν να βγαίνει 7 χρόνια μετά κάποιος και να λέει “δεν ξέρω” ή “δεν προλαβαίνω”;
ΔΚ: Δεν θα τον έλεγα κακοπροαίρετο αλλά ξεχασιάρη. Να το πιάσουμε με την σειρά. Πίσω στο 2020 είχαμε το μεγάλο ορόσημο του Covid. Οι ειδικές συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία οδήγησαν πολλές επιχειρήσεις “με τη βία” να λειτουργήσουν ψηφιακά και σε μεγάλο βαθμό να αλλάξουν τον συστηματικά τον τρόπο λειτουργίας τους.
Είχαμε λοιπόν μια βίαιη υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και συστημάτων, η οποία δεν έγινε ομαλά και προφανώς έγινε ατελώς, ακριβώς επειδή έγινε με μεγάλη πίεση. Σε ότι αφορά στις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις, μην ξεχνάμε ότι οι πόροι είναι περιορισμένοι τόσο σε χρηματικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο. Αν μιλήσουμε ειδικά για επιχειρήσεις έως 4-5 ατόμων που αποτελούν την πλειοψηφία των ΜΜΕ στη χώρα μας, θα πρέπει να βάλουμε μέσα και τον παράγοντα χρόνο, ο οποίος για τους επιχειρηματίες-εργαζόμενους είναι ακόμα πιο περιορισμένος.
Τελειώσαμε με την πανδημία το ‘21 και ξεκίνησε ο καταιγισμός του myData και των υπόλοιπων υποχρεώσεων. Ταυτόχρονα ξεκίνησε αυτό που είπαμε στην αρχή, η υποχρέωση των επιχειρήσεων να είναι πρωτίστως εντάξει απέναντι στο κράτος και δευτερευόντως απέναντι στην ανάπτυξή τους.
Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι τα επιπλέον έξοδα και η αναγκαστική συμμόρφωση δημιούργησαν και μια αντίσταση των επιχειρηματιών απέναντι στις αλλαγές, οι οποίες εκφράστηκαν με το “πάλι θα πληρώνω; μέχρι πότε θα πληρώνω και θα αναγκάζομαι να επενδύω; πότε θα δουλέψω, πότε θα έχω έσοδα;”
BV: Ποια είναι όμως η λύση; Καταλαβαίνω την ανάγκη ψηφιοποίησης και μετασχηματισμού και ελέγχου, όμως καταλαβαίνω και την ανάγκη για μια επιχείρηση να έχει έσοδα, να λειτουργεί πιο ελεύθερα και να δημιουργεί αξία.
ΔΚ: Η λύση δεν είναι εύκολη και δυστυχώς πιστεύω σταδιακά θα έρθουμε αντιμέτωποι με ένα κύμα λουκέτων στην αγορά. Το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων τόσο σε χρήμα, όσο και σε χρόνο έχει γίνει πια δυσανάλογο και πολλές επιχειρήσεις δεν θα καταφέρουν να επιβιώσουν.
Η λύση είναι οι συνασπισμοί. Θα πρέπει συναφείς επιχειρήσεις να συνεργαστούν μεταξύ τους, να ενωθούν αν χρειάζεται και μαζί να δημιουργήσουν οργανισμούς που θα μπορέσουν να μοιράσουν τα έξοδα, να διαχειριστούν καλύτερα το χρόνο και να δημιουργήσουν παραγωγικά μοντέλα που θα είναι πιο λειτουργικά και θα μπορούν και να απευθυνθούν πιο εύκολα και στις τράπεζες. Οι τράπεζες πια έχουν διαθέσιμα κεφάλαια για δανεισμό σε επιχειρήσεις, όμως θέλουν να επενδύουν και να χρηματοδοτούν επιχειρηματικά μοντέλα με αναπτυξιακό πρόσωπο. Όχι να παρέχουν απλά κεφάλαια κίνησης σε επιχειρήσεις που μπορούν απλά να ελπίζουν να επιβιώσουν.
BV: Είναι τόσο άσχημα τα πράγματα;
ΔΚ: Η πρόκληση είναι η συνένωση και συγχώνευση της αγοράς. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουν να δυναμώσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αυτό είναι το μοναδικό αντίδοτο. Ξέρουμε όμως πολύ καλά ότι στην ελληνική πραγματικότητα, κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, κυρίως λόγω νοοτροπίας.
Δυστυχώς, πολύ δύσκολα οι επιχειρηματίες δέχονται να βάλουν το “εγώ” στην άκρη και να σκεφτούν με το “εμείς”, ειδικά όταν πρόκειται για μικρές επιχειρήσεις που έχουν μάθει να λειτουργούν μόνες τους, να είναι σχεδόν οικογενειακές.
BV: Ναι αλλά από τη μεριά του το κράτος θα πει “σας έχω δώσει κι εγώ δεν ξέρω πόσα vouchers κι επιδοτήσεις, τα οποία κακά τα ψέματα, βοήθησαν και τις επιχειρήσεις να προμηθευτούν εξοπλισμό και τις εταιρείες πληροφορικής να πουλήσουν
ΔΚ: Το κράτος από την μεριά του καλά έκανε κι έδωσε τα voucher, δεν υπήρχε άλλη λύση που να λειτουργήσει μαζικά σε τόσο μεγάλη κλίμακα.
Όμως, αυτό με τη σειρά του έχει δημιουργήσει μια βιομηχανία εταιρειών, η δουλειά των οποίων ήταν να εκμεταλλευτούν τα vouchers για να πουλήσουν αυτά που θέλανε οι ίδιες , όχι αυτά που χρειάζεται η επιχείρηση.
Εκτός από τα voucher, έχουν δοθεί και σειρά επιδοτήσεις οι οποίες όμως, όπως αποδείχτηκε στην πράξη, δεν φτάνουν για να καλύψουν τις ανάγκες. Και σαν να μην φτάνει αυτό, ζητήθηκε από τις εταιρείες να επενδύσουν πρώτα και να πάρουν πίσω αυτά τα λεφτά σε βάθος χρόνου με πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Στο μεταξύ, πιο πολλοί επιχειρηματίες σκέφτηκαν “γιατί να ρίξω αυτά τα λεφτά στο κράτος και τα προγράμματά του και μέχρι να τα πάρω πίσω θα τα είχα γυρίσει 4 και 5 φορές αν τα ρίξω στην αγορά;”
Αυτό έρχεται και συμπληρώνει αυτό που λέγαμε νωρίτερα. Ποιος σχεδιάζει αυτά τα προγράμματα; ποιον ρώτησε; τι έρευνα έχει κάνει για το τι χρειάζεται η αγορά;
Και η σκληρή ερώτηση είναι, αυτοί που σχεδιάζουν αυτά τα προγράμματα, έχουν καμία επαφή με τις επιχειρήσεις και τις ανάγκες τους;
BV: Μπορεί η υλοποίηση να μην έγινε με τον ιδανικό τρόπο, όμως τα vouchers όσο και οι επιδοτήσεις βοήθησαν την αγορά. Και δεν μιλάμε μόνο για το Ταμείο Ανάκαμψης που έχει προγράμματα για ΜμΕ, αλλά και για το ΕΣΠΑ, το οποίο έχει πολύ καλά ποσοστά απορρόφησης.
ΔΚ: Τα τελευταία χρόνια είναι αλήθεια έχουν απλοποιηθεί οι χρηματοδοτήσεις των επιχειρήσεων. Εντάξει, το οξύμωρο των προκαταβολών εξακολουθεί να υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει, καθώς για να πάρεις προκαταβολή πρέπει να καταθέσεις ισόποση εγγυητική επιστολή οπότε πρακτικά είναι σαν να μην υπάρχει.
Στην πράξη, αυτές οι επιδοτήσεις απευθύνονται σε επιχειρήσεις που είναι ήδη ιδιαίτερα καλοστεκούμενες και μπορούν να χρηματοδοτήσουν την επένδυση τους, χωρίς να βασίζονται στην επιδότηση για να την πραγματοποιήσουν. Αυτό δεν είναι κακό και θα πρέπει να επιβραβεύονται οι συνεπείς επιχειρήσεις, όμως θα πρέπει να υπάρξει και κάτι που να βοηθάει τις επιχειρήσεις που δεν είναι σε αυτή τη θέση.
Έτσι όμως γυρνάμε στην προηγούμενη διαπίστωση, αν οι μικρότερες επιχειρήσεις δεν συνενωθούν, δεν πολεμήσουν από κοινού δεν θα καταφέρουν να απορροφήσουν επενδυτικά κεφάλαια και επιδοτήσεις και δεν θα έχουν μέλλον.
BV: Το καλοκαίρι το Ταμείο Ανάκαμψης τελειώνει και μαζί με αυτό κλείνει τον κύκλο του ένας μεγάλος αιμοδότης της αγοράς. Τι θα γίνει την επόμενη μέρα; Έχει πειστεί η αγορά για την χρησιμότητα αυτών των προγραμμάτων; Τόσο που να συνεχίσει να χρηματοδοτεί αυτές τις επενδύσεις και μετά το καλοκαίρι;
ΔΚ: Νομίζω ναι. Όλο αυτό που έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια με τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης έχει δείξει τον δρόμο στις επιχειρήσεις και θα συνεχίσουν τις επενδύσεις. Ίσως όχι με την ίδια συχνότητα και ποσότητα, αλλά οι επενδύσεις θα συνεχιστούν.
Το Ταμείο Ανάκαμψης άφησε σημαντικό αποτύπωμα στην αγορά πληροφορικής στην Ελλάδα η οποία λειτούργησε σαν προμηθευτής λύσεων με κύριο αποδέκτη το Δημόσιο αλλά και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι εταιρείες πληροφορικής είδαν τα κέρδη τους να γιγαντώνονται, μένει βέβαια να κάνουμε κάποια στιγμή μια συζήτηση σχετικά με το που κατευθύνθηκαν την αντίστοιχα κονδύλια και επίσης πόσο μοιράστηκαν ισότιμα στην αγορά.
Όμως οι επενδύσεις έγιναν και η κοινωνία είδε πολλά εμβληματικά έργα που άλλαξαν τη ζωή του κόσμου προς το καλύτερο, όπως η ψηφιοποίηση της υγείας, το κτηματολόγιο, τα ΚΕΠ και πολλά άλλα. Όμως όπως γίνεται με κάθε τέτοιου μεγέθους μεγάλη ανάπτυξη, δημιουργήθηκαν στρεβλώσεις, όπως η τεράστια ανάγκη για στελέχη πληροφορικής και προγραμματιστές οι οποίοι δεν υπήρχαν στην αγορά.
Κρίσιμο βήμα είναι αυτό που έρχεται, όταν με την ολοκλήρωση των έργων θα γίνουν πραγματικά παραγωγικά. Πολλά ακόμα από αυτά δεν τα έχουμε δει ακόμα σε πραγματική λειτουργία, έχουμε δει και λειτουργήσει ένα μόνο μέρος των δυνατοτήτων τους.
Όμως τα οφέλη του Ταμείου Ανάκαμψης δεν είναι μόνο τα έργα που είδαν οι πολίτες. Υπήρξαν τεράστιου οφέλους δράσεις που έτρεξαν και για επιχειρήσεις όπως τα χρηματοδοτικά προγράμματα μέσα από τράπεζες, οι επιδοτήσεις επιτοκίων, επιδοτήσεις δανεισμού τα οποία δρομολόγησαν πραγματικά σωστές επενδύσεις.
BV: Δεν υπάρχουν μόνο τα ελληνικά χρηματοδοτικά εργαλεία. Υπάρχουν και πάρα πολλά προγράμματα που τρέχουν στις Βρυξέλλες. Τα εκμεταλλεύονται οι ελληνικές επιχειρήσεις;
ΔΚ: Η αλήθεια είναι πως όχι. Εμείς σαν εταιρεία έχουμε συμμετάσχει σε 4 μεγάλα ευρωπαϊκά έργα έρευνας και ανάπτυξης μέσα από τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία μάλιστα ήταν και καταλυτικά για την ανάπτυξη μας. Μέχρι στιγμής έχουμε ολοκληρώσει τα 3 από τα 4 έργα που αναλάβαμε. Από αυτά, τα 2 αναγνωρίστηκαν και βραβεύτηκαν από το Innovation Radar της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είναι πολύ σημαντικό να εκμεταλλευτείς τις ευκαιρίες που σου δίνουν τα προγράμματα της ΕΕ, τα οποία εκτός από χρηματοδοτικό όφελος έχουν και τεράστια οφέλη σε επίπεδα συνεργασιών. Τα προγράμματα αυτά είναι πολύ πιο ανταγωνιστικά από ότι συμβαίνει στην Ελλάδα, όμως σε φέρνουν σε επαφή με άλλες εταιρίες από όλη την ήπειρο αλλά και ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια κτλ. Και αυτό είναι μεγάλο όφελος.
Όμως, για να μπορέσει να συμμετάσχει μια εταιρεία, θα πρέπει να ξέρει για αυτά τα προγράμματα. Για το τι προσφέρουν, πως τα διεκδικείς πως συμμετάσχεις, τι κριτήρια και έγγραφα χρειάζονται. Και μια τέτοια ”υπηρεσία” δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Υπάρχουν κάποιες εταιρείες συμβούλων που αναλαμβάνουν τέτοιες υποθέσεις, όμως θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος κεντρικός φορέας, κάτι που να μπορεί να καθοδηγήσει τις ελληνικές επιχειρήσεις στο να κατευθυνθούν στα Ευρωπαϊκά έργα.
Δεν είναι όπως με τα προγράμματα ΕΣΠΑ όπου η ενημέρωση είναι άπλετη και συνεχής.
Αυτό είναι κάτι που έχουμε ξεκινήσει με το Εμπορικό Επιμελητήριο, ώστε να δώσουμε στις ελληνικές επιχειρήσεις ένα σημείο εκκίνησης.
BV: Έχοντας συμμετάσχει σε ελληνικά αλλά και ευρωπαϊκά έργα, αλλά και επιδοτήσεις, πόσο μεγάλη είναι η διαφορά σε σχέση με την προετοιμασία μιας επιχείρησης;
ΔΚ: Για να το πω απλά.. η μέρα με τη νύχτα. Οι διαδικασίες για την συμμετοχή στην εκάστοτε δράση είναι ψηφιακές, έχουν ελάχιστη γραφειοκρατία και ακόμα λιγότερη χαρτούρα. Υπάρχει επίσης μεγάλη διαφορά στον τρόπο χρηματοδότησης. Αν, για παράδειγμα, δούμε ένα πρόγραμμα 36 μηνών, τότε τον πρώτο μήνα η εταιρεία εισπράττει το 50% της χρηματοδότησης για να μπορέσει να ξεκινήσει την υλοποίηση του έργου.
Στο μισό του προγράμματος λαμβάνεις το μισό της χρηματοδότησης που απομένει, δηλαδή το 25% του συνολικού ποσού και με την παράδοση λαμβάνεις το υπόλοιπο ποσό. Με αυτό τον τρόπο δεν σε “πνίγει” οικονομικά η υλοποίηση του έργου, δεν χρησιμοποιείς ίδια κεφάλαια με αποτέλεσμα να πηγαίνουν πίσω τα υπόλοιπα έργα της εταιρείας.
Και κάτι βασικό που πολλές φορές δεν αναφέρεται αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικό. Έχεις τον τρόπο και τα κεφάλαια να κάνεις τις απαραίτητες προσλήψεις, με καλούς μισθούς.
BV: Ας γυρίσουμε λίγο στο Επιμελητήριο. Σαν φορέας εμπορικών επιχειρήσεων, κάτω από την ομπρέλα του βρίσκονται κάθε λογής επιχειρήσεις, με τελείως διαφορετικό ψηφιακό background, με διαφορετική δυναμική και διαφορετικό αντικείμενο. Πόσο εύκολο είναι να βρεις την κοινή συνιστώσα και να μπορέσεις να μιλήσεις σε διαφορετικούς ανθρώπους για την ίδια ανάγκη;
ΔΚ: Αυτή είναι η ερώτηση του 1 εκατομμυρίου που λένε. Το ΕΕΑ είναι πολυσυλλεκτικό Επιμελητήριο στο οποίο συναντώνται κλάδοι από όλη την αγορά. Η προσπάθεια μας είναι να βρίσκουμε και να οργανώνουμε δράσεις ενημέρωσης που μπορούν να λειτουργήσουν είτε οριζόντια είτε κάθετα, ενημερώνοντας ανά κλάδο τα μέλη μας.
Το μεγαλύτερο μέρος των δράσεων μας είναι εκπαιδευτικού χαρακτήρα, ειδικά πάνω στην αξιοποίησης της τεχνολογίας, ενώ τελευταία έχουμε ξεκινήσει να μιλάμε και να ενημερώνουμε τα μέλη μας για την χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Από τη συμμετοχή των μελών μας, βλέπουμε πως αυτές οι δράσεις είναι απαραίτητες και επιθυμητές από όλα τα μέλη μας. Αυτό μας δείχνει πως δεν είναι η άρνηση που εμποδίζει την ψηφιοποίηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είναι το γεγονός ότι κανένας μέχρι τώρα δεν έχει κάτσει δίπλα τους, με ηρεμία και υπομονή να ακούσει τα προβλήματα τους, να συζητήσει τις κάθετες λύσεις που μπορεί να χρησιμοποιήσουν, αλλά κυρίως να ακούσει.
Να ακούσει τα προβλήματα κάθε κλάδου, τις χαραμάδες της καθημερινότητας στις οποίες πολλές φορές καλούνται να βρουν λύσεις και να επιβιώσουν. Και είμαστε πολύ περήφανοι που έχουμε ξεκινήσει να υλοποιούμε δράσεις πάνω σε αυτό.
Πηγή: BusinessVoice.gr

