Ντόναλντ Τραμπ: Η επιστροφή στον 19ο αιώνα

Ο 78χρονος πρόεδρος επιδιώκει να αναδιαμορφώσει τη δυναμική της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκηνής, εφαρμόζοντας όμως μεθόδους που θυμίζουν πρακτικές του 19ου αιώνα, όπως η αγορά εδαφών μεταξύ κρατών, η επίκληση του Δόγματος Μονρόε, καθώς και η ένταση στον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
27
Ιανουάριος
2025
Ποιες είναι παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις των νέων δασμών Τραμπ

SHARE

Facebook
X
LinkedIn
Reddit
Telegram
Email

Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ αναμένεται να φέρει ανακατατάξεις στον πλανήτη. Ο 78χρονος πρόεδρος θέλει να αλλάξει το status quo της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκακιέρας, χρησιμοποιώντας όμως τακτικές του 19ου αιώνα, όπως η αγορά εδαφών από κράτος σε κράτος, το «Δόγμα Μονρόε», αλλά και ο ανταγωνισμός των ΗΠΑ με την Ευρώπη.

Θέλοντας να αγοράσει τη Γροιλανδία από τη Δανία, ο Ντόναλντ Τραμπ φέρνει στο προσκήνιο τις ιστορικές αγορές εδαφών, οι οποίες έγιναν από το 1803 έως το 1917. Συγκεκριμένα, το μικρό τότε κράτος των δεκατριών Ηνωμένων Πολιτειών αύξησε την επικράτειά του μέσω της απόκτησης της Λουιζιάνας από τη Γαλλία, της Φλόριντα από την Ισπανία, της Αλάσκας από τη Ρωσία και των Παρθένων Νήσων από τη Δανία. Όλα αυτά έγιναν με αντάλλαγμα χρήματα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του αλλά και μετά την επανεκλογή του, εξέφρασε επανειλημμένα την επιθυμία του να αποκτήσει τη Γροιλανδία, την αυτόνομη περιοχή του βασιλείου της Δανίας. Η ιδέα του αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο στη Γροιλανδία και τη Δανία, αλλά και στην ευρύτερη διεθνή κοινότητα.

Η επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών να αποκτήσουν τη Γροιλανδία δεν είναι καινούργια. Από το 1867, όταν οι ΗΠΑ αγόρασαν την Αλάσκα, υπήρξε ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κυβέρνηση Τρούμαν προσέφερε 100 εκατομμύρια δολάρια για το νησί, μια πρόταση που δεν έγινε δεκτή από τη Δανία. Παρότι αυτές οι προσπάθειες δεν ευοδώθηκαν, η γεωπολιτική και στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας παρέμεινε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, το 2019, ο Τραμπ πρότεινε την αγορά της Γροιλανδίας, ισχυριζόμενος ότι η απόκτησή της είναι «απόλυτη αναγκαιότητα» για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών και του ελεύθερου κόσμου. Η Δανία και η Γροιλανδία απέρριψαν κατηγορηματικά την πρόταση, με την πρωθυπουργό της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, να δηλώνει ότι «η Γροιλανδία ανήκει στους Γροιλανδούς». Παρά την αρνητική στάση της Δανίας, ο Τραμπ συνέχισε να επιμένει, δηλώνοντας: «Πιστεύω ότι οι άνθρωποι θέλουν να είναι μαζί μας».

Με την επανεκλογή του το 2024, ο Τραμπ επανέφερε την πρόταση για την απόκτηση της Γροιλανδίας, κάνοντας λόγο για τη γεωστρατηγική της σημασία και τα πλούσια φυσικά της αποθέματα. Δήλωσε ότι η Γροιλανδία είναι κρίσιμη για την οικονομική και στρατιωτική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ δεν απέκλεισε τη χρήση στρατιωτικής ή οικονομικής πίεσης για την επίτευξη του στόχου του.

Η αντίδραση της Δανίας στις δηλώσεις του Τραμπ ήταν έντονη. Σε τηλεφωνική συνομιλία με τον Τραμπ, η οποία χαρακτηρίστηκε «οδυνηρή» από Ευρωπαίους αξιωματούχους, η Φρεντέρικσεν επανέλαβε ότι η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση. Μάλιστα, αναφέρθηκε ότι ο Τραμπ απείλησε με την επιβολή στοχευμένων δασμών στη Δανία, σε περίπτωση που η χώρα συνέχιζε να αντιστέκεται στις απαιτήσεις του. Αυτή η ένταση προκάλεσε κρίση στις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Από την πλευρά της, η Γροιλανδία, υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Μούτε Έγκεδε, διατηρεί τη θέση ότι η τύχη του νησιού θα αποφασιστεί από τους ίδιους τους Γροιλανδούς. Σε πρόσφατη ομιλία του, ο Έγκεδε τόνισε την επιθυμία για ανεξαρτησία από τη Δανία, απορρίπτοντας παράλληλα την ιδέα της ένταξης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δήλωσε: «Δεν θέλουμε να είμαστε ούτε Δανοί ούτε Αμερικανοί. Είμαστε Γροιλανδοί και το μέλλον μας θα το αποφασίσουμε εμείς».

Η Γροιλανδία κατέχει στρατηγική θέση μεταξύ Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης, καθιστώντας την κομβικό σημείο για τη ναυσιπλοΐα και τη στρατιωτική άμυνα. Η ύπαρξη της αεροπορικής βάσης Pituffik, της βορειότερης βάσης των ΗΠΑ, αναδεικνύει τη σημασία της περιοχής για την εθνική ασφάλεια. Επιπλέον, η Γροιλανδία διαθέτει πλούσια αποθέματα φυσικών πόρων, όπως σπάνιες γαίες, ουράνιο και σίδηρο, τα οποία καθίστανται όλο και πιο προσιτά λόγω της τήξης των πάγων.

Η Κίνα έχει ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον για τα κοιτάσματα της περιοχής, κάτι που ενισχύει την ανησυχία των ΗΠΑ για την αυξανόμενη επιρροή του Πεκίνο στον Αρκτικό κύκλο. Ο Τραμπ τόνισε ότι η απόκτηση της Γροιλανδίας είναι κρίσιμη για την αποτροπή της κινεζικής και ρωσικής παρουσίας στην περιοχή.

Η Γροιλανδία επιδιώκει την οικονομική της απεξάρτηση από τη Δανία, η οποία της παρέχει ετήσια επιχορήγηση ύψους περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων. Πρόσφατα, η κυβέρνηση της Γροιλανδίας ανακοίνωσε σχέδια για την ανάπτυξη του τουρισμού και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, ανοίγοντας νέα αεροδρόμια και προσελκύοντας επενδύσεις. Παρά τις προσπάθειες αυτές, η πλήρης οικονομική ανεξαρτησία παραμένει δύσκολη.

Υπάρχουν φωνές που υποστηρίζουν μια ειδική σχέση με τις ΗΠΑ, παρόμοια με αυτήν των Νήσων Μάρσαλ, όπου οι δύο πλευρές θα συνεργάζονται σε στρατηγικούς τομείς, ενώ η Γροιλανδία θα παραμένει κυρίαρχο κράτος. Ωστόσο, οι ανησυχίες για τη μεταχείριση των ιθαγενών πληθυσμών στις ΗΠΑ δημιουργούν επιφυλάξεις.

 

Το νέο Δόγμα Μονρόε

 

Τον Δεκέμβριο του 1823, οι ΗΠΑ διατύπωσαν ένα νέο Δόγμα για την αποικιοκρατία, στο οποίο οι δυνάμεις της Ευρώπης δεν θα μπορούν να παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής καθώς αυτές πλέον θα βρίσκονται υπό την σφαίρα επιρροής και την προστασία της Ουάσιγκτον. Σε αντίθετη περίπτωση οι ΗΠΑ δεν θα δίσταζαν να ασκήσουν βία. Το Δόγμα πήρε το όνομα του Προέδρου Τζέιμς Μονρόε, ο οποίος το εμπνεύστηκε.

Σήμερα το Δόγμα επιστρέφει, σε ένα νεοαποικιακό παιχνίδι μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Ο Ντόναλντ Τραμπ διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να αφήσει την Διώρυγα του Παναμά στα χέρια του Πεκίνο. Η απόφασή μας να παραδώσουμε τη Διώρυγα του Παναμά ήταν ένα τραγικό λάθος. «Το πνεύμα της συμφωνίας έχει παραβιαστεί και θα αποκαταστήσουμε την κυριαρχία μας. Το μήνυμά μου προς τους Αμερικανούς σήμερα είναι το εξής: ήρθε η ώρα να δράσουμε ξανά με θάρρος και αποφασιστικότητα, όπως έκανε το μεγαλύτερο έθνος της ιστορίας».

Παρόλο που δεν υπάρχουν αποδείξεις για την κινεζική επιρροή που ισχυρίζεται ο Τραμπ, οι απειλές του πυροδότησαν ανησυχίες στη μικρή αυτή χώρα των 4,5 εκατομμυρίων κατοίκων, που εξαρτάται οικονομικά από τη διώρυγα.

«Ελάτε να δείτε την πραγματικότητα», δηλώνει η Ίλια Εσπίνο ντε Μαρότα, αναπληρώτρια διαχειρίστρια της διώρυγας, απαντώντας στις κατηγορίες του Τραμπ. «Η διώρυγα διοικείται 100% από Παναμέζους. Δεν υπάρχει κινεζική διαχείριση»,

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, αναμένεται να επισκεφθεί τη ζώνη της διώρυγας αυτήν την εβδομάδα στο πλαίσιο περιοδείας του στη Λατινική Αμερική. Η Εσπίνο ντε Μαρότα εξέφρασε την ελπίδα της ότι αυτή η επίσκεψη θα βοηθήσει στη διάλυση των παρανοήσεων.

Η διώρυγα αποτελεί ζωτικό οικονομικό πόρο για τον Παναμά, αποφέροντας περίπου το 23,6% του ετήσιου εισοδήματος της χώρας. Το 2024, τα κέρδη της διώρυγας ξεπέρασαν τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια. Παρά τις κατηγορίες του Τραμπ ότι οι ΗΠΑ πληρώνουν υπερβολικά τέλη, η διώρυγα παραμένει ένας από τους πιο κερδοφόρους πόρους του Παναμά.

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η Κίνα «λειτουργεί» τη διώρυγα – ένας ισχυρισμός που απορρίπτεται από Παναμέζους αξιωματούχους ως αβάσιμος. Παράλληλα, μια πρόσφατη έρευνα στους λιμένες που ελέγχονται από κινεζικές εταιρείες έχει εντείνει τις ανησυχίες για πιθανές κυρώσεις ή οικονομική πίεση από τις ΗΠΑ.

Η επιστροφή των δασμών

 

O Πρόεδρος των ΗΠΑ επανήλθε στο τιμόνι της εξουσίας με απειλές για επιβολή δασμών σε εισαγωγές από την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκαλώντας έντονη ανησυχία για πιθανές εμπορικές εντάσεις. Σε δηλώσεις του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ ανέφερε ότι εξετάζει την επιβολή δασμών ύψους 10% σε ευρωπαϊκά προϊόντα, κατηγορώντας την ΕΕ ότι “μας φέρεται πολύ, πολύ άσχημα”. Αυτή η απειλή του, είναι ένα τεράστιο πισωγύρισμα για την παγκόσμια οικονομία, καθώς για πολλά χρόνια έχει γίνει μεγάλη προσπάθεια για την διατήρηση του ελεύθερου εμπορίου και αγοράς μεταξύ των εθνών.

Ο Τραμπ αιτιολόγησε την κίνησή του, λέγοντας ότι οι εμπορικές ανισότητες μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ είναι τεράστιες, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την ΕΕ ανέρχεται στα 350 δισ. δολάρια. Παράλληλα, έδωσε διορία έως την 1η Φεβρουαρίου για την εφαρμογή δασμών 25% σε εισαγωγές από τον Καναδά και το Μεξικό, ενώ αναφέρθηκε και στην Κίνα, σημειώνοντας ότι θα εξετάσει την επιβολή 10% δασμών λόγω της σύνδεσης της χώρας με την εξαγωγή φεντανύλης μέσω Μεξικού και Καναδά.

Η ανακοίνωση για ενδεχόμενους δασμούς στην ΕΕ έρχεται σε συνέχεια των απειλών που είχε διατυπώσει προεκλογικά ο Τραμπ, ενώ φέρεται να σχεδιάζει πιο ήπιες προσεγγίσεις σε σχέση με την επιβολή δασμών έως και 60% που είχε υποσχεθεί παλαιότερα για την Κίνα.

 

Οι ευρωπαϊκές αγορές και κυβερνήσεις είναι σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσουν την κλιμάκωση, ενώ το ευρώ δείχνει να επηρεάζεται αρνητικά. Ταυτόχρονα, ειδικοί προειδοποιούν για την πιθανότητα αντεκδικήσεων από την ΕΕ, που θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα, προκαλώντας νέες διαταραχές στο διεθνές εμπόριο.

Η ΕΕ, που αποτελεί βασικό εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ, βρίσκεται ήδη σε συνομιλίες με τους αρμόδιους φορείς για να αξιολογήσει τις πιθανές συνέπειες και να καθορίσει τη στρατηγική της.

Αν και ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι δασμοί είναι το «μόνο μέσο» για να επιτευχθεί «δικαιοσύνη» στο εμπόριο, οι ειδικοί σημειώνουν ότι μια τέτοια πολιτική θα μπορούσε να πλήξει την αμερικανική βιομηχανία και τους καταναλωτές.

Στην Ευρώπη, η Γερμανία, ως κορυφαίος εξαγωγέας, είναι πιθανό να επηρεαστεί ιδιαίτερα από δασμούς σε βιομηχανικά προϊόντα, όπως αυτοκίνητα και μηχανολογικό εξοπλισμό. Οι αναλυτές θεωρούν ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα ύφεση σε τομείς με έντονη εξάρτηση από τις εξαγωγές.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ χαρακτηρίζεται από πολιτικές που θυμίζουν πρακτικές του 19ου αιώνα, όπως γεωπολιτικές διεκδικήσεις και προστατευτισμό. Οι προσπάθειες για την απόκτηση της Γροιλανδίας και η αναβίωση του Δόγματος Μονρόε υποδηλώνουν την έμφαση στην ενίσχυση της αμερικανικής γεωστρατηγικής θέσης, συχνά με αντιπαραθέσεις και εντάσεις. Παράλληλα, οι απειλές για δασμούς κατά της ΕΕ ενισχύουν τον φόβο για νέες εμπορικές συγκρούσεις, θέτοντας σε κίνδυνο τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Η στρατηγική του Τραμπ, αν και εστιάζει στην αμερικανική κυριαρχία, δημιουργεί ανησυχίες για τη διπλωματική απομόνωση και την επιδείνωση διεθνών σχέσεων.

 

Πληροφορίες από: CNN, BBC, The Guardian, Reuters

Συναγερμός στο Λουτράκι: Μεγάλη φωτιά σε ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης – Φόβοι για εγκλωβισμένους

Σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού βρίσκεται το Λουτράκι το βράδυ…

Πράγα: Το Συνταγματικό Δικαστήριο δικαιώνει τον πρόεδρο Πετρ Πάβελ για τη σύνοδο του ΝΑΤΟ

ΣΤο ανώτατο δικαστικό όργανο εξέδωσε κατεπείγουσα διαταγή, υποχρεώνοντας την…

Ο Κεμ Μπιρτς στον Άρη για δύο χρόνια

 Η ομάδα της Θεσσαλονίκης ήρθε σε πλήρη συμφωνία με…

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ