Ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, επισκέφθηκε σήμερα την Καμπότζη, ολοκληρώνοντας μια στρατηγική περιοδεία σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, που ξεκίνησε από το Βιετνάμ και συνεχίστηκε στη Μαλαισία. Η επίσκεψη έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για τις σχέσεις Πεκίνου-Ουάσινγκτον, καθώς η Κίνα προσπαθεί να ενισχύσει τις περιφερειακές της σχέσεις, απαντώντας στους αυξημένους τελωνειακούς δασμούς που επέβαλε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Κατά την άφιξή του στην Πνομ Πενχ, ο Σι έτυχε θερμής υποδοχής από τον βασιλιά Νοροντόμ Σιχαμόνι, παρουσία στρατιωτικής τελετής. Αργότερα, προγραμματίστηκαν συναντήσεις με τον πρώην πρωθυπουργό Χουν Σεν και τον νυν ηγέτη της χώρας, Χουν Μανέτ.
Ο Κινέζος πρόεδρος επανέλαβε τη στήριξη της χώρας του προς την Καμπότζη, τονίζοντας την ανάγκη σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας των χωρών. Παράλληλα, έκανε σαφείς αιχμές κατά των ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι οι δύο χώρες πρέπει να αντιταχθούν σε εξωτερικές παρεμβάσεις που αποσταθεροποιούν τις σχέσεις τους.
Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο ξένο επενδυτή στην Καμπότζη, διατηρώντας το 1/3 του εξωτερικού της χρέους –περίπου 11 δισ. δολάρια– σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Παράλληλα, παραμένει ο σημαντικότερος εμπορικός της εταίρος. Από την πλευρά της, η Πνομ Πενχ θεωρείται ένας από τους πιο πιστούς συμμάχους του Πεκίνου στην περιοχή.
Η επίσκεψη συμπίπτει με τη συμπλήρωση 67 ετών διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, ενώ φέτος τιμάται και η 50ή επέτειος από την κατάληψη της Πνομ Πενχ από τους Κόκκινους Χμερ, οι οποίοι υποστηρίζονταν τότε από την Κίνα.
Στο παρασκήνιο, η εμπορική ένταση με τις ΗΠΑ παραμένει έντονη. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επιβάλει τελωνειακούς δασμούς 49% στην Καμπότζη, ποσοστό που αργότερα μειώθηκε στο 10% για 90 ημέρες. Η Κίνα εξακολουθεί να υφίσταται δασμούς 145% και έχει απαντήσει με αντίποινα, επιβάλλοντας δασμούς 125% στα αμερικανικά προϊόντα.
Ο πρωθυπουργός της Καμπότζης, Χουν Μανέτ, χαρακτήρισε την επίσκεψη του Σι ως «δείγμα σταθερής και δοκιμασμένης φιλίας», υπογραμμίζοντας τα κοινά συμφέροντα και τις αρχές σεβασμού και μη παρέμβασης που ενώνουν τις δύο χώρες.
