Σύμφωνα με εκτενές δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας Telegraph, η Κυπριακή Δημοκρατία επιδιώκει πλέον επίσημα μια νέα, ενισχυμένη συμφωνία ασφαλείας που θα περιλαμβάνει ρητές βρετανικές εγγυήσεις, ένα αίτημα που ήρθε στο προσκήνιο μετά το πρωτοφανές περιστατικό της επίθεσης ιρανικού drone που είχε ως στόχο τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη βάση στο Ακρωτήρι. Το δημοσίευμα, το οποίο επικαλείται ανώτατες διπλωματικές πηγές, αποκαλύπτει ότι το θέμα αποτέλεσε το κεντρικό αντικείμενο μιας επείγουσας τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ του Προέδρου της Κύπρου, Νίκου Χριστοδουλίδη, και του Βρετανού Πρωθυπουργού, Κιρ Στάρμερ.
Η ανησυχία στη Λευκωσία έχει χτυπήσει «κόκκινο» μετά την εμπλοκή των βρετανικών βάσεων στις επιχειρήσεις αναχαίτισης ιρανικών επιθέσεων κατά του Ισραήλ, αλλά και τη χρήση τους ως ορμητήριο για επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή. Η επίθεση με drone, η οποία αν και αναχαιτίστηκε προκάλεσε σοβαρό προβληματισμό για τα κενά ασφαλείας, κατέδειξε ότι η Κύπρος μετατρέπεται de facto σε στόχο λόγω της παρουσίας των κυρίαρχων βρετανικών βάσεων στο έδαφός της. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του με τον ένοικο της Ντάουνινγκ Στριτ, φέρεται να κατέστησε σαφές ότι η τρέχουσα κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς ένα πλαίσιο που να προστατεύει αποτελεσματικά την Κυπριακή Δημοκρατία από αντίποινα τρίτων κρατών ή οργανώσεων. Η Λευκωσία ζητά πλέον μια «ομπρέλα προστασίας» που θα υπερβαίνει τις παρωχημένες πρόνοιες των Συνθηκών του 1960, προσαρμοσμένη στις σύγχρονες υβριδικές και ασύμμετρες απειλές.
Κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας, ο Νίκος Χριστοδουλίδης τόνισε στον Κιρ Στάρμερ ότι η Κύπρος λειτουργεί ως πυλώνας σταθερότητας και ανθρωπιστικός κόμβος στην περιοχή –όπως αποδείχθηκε με το σχέδιο «Αμάλθεια»– ωστόσο αυτή η προσφορά την εκθέτει σε δυσανάλογους κινδύνους. Η Λευκωσία επιθυμεί η νέα συμφωνία να προβλέπει στενότερη συνεργασία στις πληροφορίες ασφαλείας, ενίσχυση της κυπριακής αεράμυνας με βρετανική συνδρομή και, κυρίως, μια πολιτική δέσμευση ότι το Λονδίνο θα θεωρεί οποιαδήποτε επίθεση κατά της Κύπρου –που συνδέεται με τη δραστηριότητα των βάσεων– ως επίθεση κατά των δικών του συμφερόντων. Από την πλευρά του, ο Βρετανός Πρωθυπουργός εμφανίστηκε υποστηρικτικός, αναγνωρίζοντας τον στρατηγικό ρόλο της Κύπρου και τη σημασία της διατήρησης της ασφάλειας στο νησί, αποφεύγοντας ωστόσο να δώσει άμεσες υποσχέσεις για το ακριβές νομικό σχήμα που θα μπορούσε να λάβει μια τέτοια εγγύηση.
Το δημοσίευμα της Telegraph επισημαίνει ότι το Λονδίνο βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση Στάρμερ επιθυμεί να διατηρήσει την απρόσκοπτη χρήση των βάσεων στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για τη συλλογή πληροφοριών και τη διεξαγωγή αεροπορικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, μια επίσημη αμυντική εγγύηση προς την Κύπρο θα μπορούσε να περιπλέξει τις ισορροπίες με την Τουρκία, η οποία παραμένει εγγυήτρια δύναμη βάσει των συνθηκών του 1960 και παρακολουθεί με καχυποψία κάθε προσπάθεια αναβάθμισης του στρατιωτικού ρόλου της Λευκωσίας. Παρά ταύτα, η βρετανική πλευρά φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η ασφάλεια των βάσεων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ασφάλεια της ίδιας της Κύπρου, και η πίεση που ασκεί ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η κίνηση της Λευκωσίας να θέσει το ζήτημα στην κορυφή της ατζέντας αντανακλά μια ευρύτερη στροφή στην κυπριακή εξωτερική πολιτική, η οποία επιδιώκει την πλήρη ευθυγράμμιση με το δυτικό στρατόπεδο ασφαλείας, ζητώντας όμως έμπρακτα ανταλλάγματα. Η επίθεση στο Ακρωτήρι λειτούργησε ως καταλύτης, αποδεικνύοντας ότι η γεωγραφική εγγύτητα με τις εμπόλεμες ζώνες δεν επιτρέπει πλέον την τήρηση παθητικής στάσης. Οι συζητήσεις μεταξύ των δύο χωρών αναμένεται να συνεχιστούν σε επίπεδο τεχνοκρατών και υπουργών Εξωτερικών, με την Κύπρο να ελπίζει ότι η νέα «στρατηγική σχέση» θα θωρακίσει το νησί απέναντι στις περιφερειακές αναταράξεις. Το σίγουρο είναι ότι η παρέμβαση του Telegraph αναδεικνύει το μέγεθος του διπλωματικού παρασκηνίου που βρίσκεται σε εξέλιξη, με την Κύπρο να διεκδικεί έναν ρόλο που δεν θα είναι μόνο αυτός του «διευκολυντή», αλλά ενός πλήρως προστατευμένου εταίρου στη διεθνή σκακιέρα.
