Η πρόσφατη εκεχειρία στον Λίβανο εγκαινιάζει μεν μια νέα διπλωματική φάση στο βόρειο μέτωπο του Ισραήλ, ωστόσο στο εσωτερικό της χώρας πυροδοτεί μια άκρως δυσάρεστη συζήτηση. Στο επίκεντρο αυτής βρίσκεται η αποδόμηση της εικόνας του Μπενιαμίν Νετανιάχου: του ηγέτη που παραδοσιακά εμφανιζόταν ως ο απόλυτος ρυθμιστής των αμερικανοϊσραηλινών σχέσεων. Σήμερα, η πραγματικότητα δείχνει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιβάλλει τους όρους και ο Νετανιάχου, απλώς, ακολουθεί.
Για τον Αμερικανό πρόεδρο, η κατάπαυση του πυρός πιστώνεται ως προσωπική διπλωματική νίκη. Για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, αντίθετα, συνιστά μια βαθιά πολιτική δοκιμασία, καθώς αποδεικνύει πως ενώ διαθέτει την επιρροή να πυροδοτεί συγκρούσεις, έχει χάσει το προνόμιο να υπαγορεύει τον τρόπο που αυτές τερματίζονται.
Το χάσμα ηγεσίας και κοινωνίας
Η απόφαση για εκεχειρία βρήκε την ισραηλινή κοινή γνώμη απροετοίμαστη και εξόχως αντίθετη. Οι πολίτες στο βόρειο Ισραήλ, έχοντας βιώσει τον εφιάλτη των ρουκετών, ανέμεναν την εκπλήρωση της κυβερνητικής υπόσχεσης: την πλήρη εξάρθρωση και τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Η γρήγορη, έστω και απρόθυμη, ευθυγράμμιση του Νετανιάχου με τις αμερικανικές πιέσεις για ανακωχή, προκάλεσε την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης, αλλά και της άκρας δεξιάς.
Όπως επισήμανε εύστοχα ο Γκάντι Αϊζενκότ, πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου, το Ισραήλ δεν λαμβάνει πλέον αποφάσεις εκεχειρίας (σε Γάζα, Ιράν, Λίβανο) από θέση ισχύος, αλλά δέχεται λύσεις που του επιβάλλονται άνωθεν.
Ο παράγοντας του Ιράν και η «ζώνη ασφαλείας»
Το αφήγημα του Νετανιάχου είχε ήδη δεχθεί πλήγμα από τις εξελίξεις με την Τεχεράνη. Ο Ισραηλινός ηγέτης είχε επενδύσει στη θεωρία της στρατηγικής ευπάθειας του Ιράν, ωθώντας τον Τραμπ σε μια κλιμάκωση που στόχευε ακόμη και σε κατάρρευση του καθεστώτος. Όταν αυτό δεν συνέβη, ο Λευκός Οίκος αποφάσισε αυτοβούλως την έξοδο από την κρίση, αφήνοντας το Τελ Αβίβ εκτεθειμένο.
Στην περίπτωση του Λιβάνου, ο Νετανιάχου επιχείρησε να διαχειριστεί την επικοινωνιακή φθορά ανακοινώνοντας τη διατήρηση ισραηλινών δυνάμεων σε μια ζώνη ασφαλείας 10 χιλιομέτρων εντός του λιβανικού εδάφους. Εντούτοις, η παραδοχή του ότι η Χεζμπολάχ διατηρεί το πυραυλικό της οπλοστάσιο, καταδεικνύει ότι ο στόχος του πολέμου δεν επετεύχθη, καθιστώντας την όποια συμφωνία με το επίσημο κράτος του Λιβάνου «κενό γράμμα» χωρίς τη σιωπηρή ανοχή της οργάνωσης.
Με το βλέμμα στις κάλπες του 2026
Το πολιτικό αδιέξοδο του Νετανιάχου είναι εμφανές. Η προνομιακή του σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ έχει μετατραπεί από στρατηγικό πλεονέκτημα σε μηχανισμό εγκλωβισμού. Δεν μπορεί να συγκρουστεί με τον Αμερικανό πρόεδρο, ειδικά με τις ισραηλινές εκλογές να τοποθετούνται, το αργότερο, τον Οκτώβριο του 2026.
Το αφήγημα ότι η ωμή στρατιωτική βία αποτελεί το μοναδικό «κλειδί» για οριστικές λύσεις καταρρέει μπροστά στην αναγκαιότητα της διπλωματίας. Ο Νετανιάχου καλείται πλέον να διανύσει έναν πολιτικό «Γολγοθά» μέχρι τις κάλπες, στερημένος από το ισχυρότερο όπλο του: την εικόνα του απόλυτου ρυθμιστή της ασφάλειας του Ισραήλ.
