Η παγκόσμια υγειονομική κοινότητα παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα τις δραματικές εξελίξεις γύρω από το κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, το οποίο μετετράπη απρόσμενα σε πλωτή καραντίνα μετά το φονικό ξέσπασμα του χανταϊού (Hantavirus). Έχοντας αφήσει πίσω του τον τραγικό απολογισμό τριών νεκρών και έναν δικαιολογημένο, διάχυτο φόβο στους επιβαίνοντες, το πλοίο κατέπλευσε στο βιομηχανικό λιμάνι Γραναδίγια της Τενερίφης στις Κανάριες Νήσους. Εκεί, σήμανε η έναρξη μιας από τις πιο περίπλοκες επιχειρήσεις υγειονομικής εκκένωσης των τελευταίων ετών.
Βλέπουμε στενά τον τρόπο με τον οποίο οι διεθνείς αρχές διαχειρίζονται αυτή τη σοβαρή κρίση, η οποία, αναπόφευκτα, ξύπνησε μνήμες από τις σκοτεινές ημέρες της έναρξης της πανδημίας της Covid-19. Εντούτοις, παρά την αρχική αγωνία, η διεθνής αντίδραση χαρακτηρίστηκε από απόλυτη ψυχραιμία, ταχύτητα και επιστημονική τεκμηρίωση. Χθες, Κυριακή 10 Μαΐου, κορυφώθηκε η γιγαντιαία επιχείρηση ασφαλούς επαναπατρισμού, δίνοντας αίσιο τέλος στην περιπέτεια δεκάδων πολιτών. Ο στόχος της απομάκρυνσης άνω των 90 ανθρώπων από το μολυσμένο πλοίο επιτεύχθηκε μέχρι τις βραδινές ώρες, υπό την αυστηρή εποπτεία της ισπανικής Πολιτοφυλακής και τον συντονισμό των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η επιχείρηση στην Τενερίφη και τα δρακόντεια υγειονομικά πρωτόκολλα
Η άφιξη του MV Hondius κινητοποίησε ακαριαία τον κρατικό μηχανισμό της Ισπανίας, έπειτα από σχετικό αίτημα συνδρομής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και των αρμόδιων μηχανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαδικασία αποβίβασης στο λιμάνι χαρακτηρίστηκε από τους ειδικούς ως εξαιρετικά σύνθετη, καθώς απαιτούσε την αυστηρότατη τήρηση βιολογικών πρωτοκόλλων ασφαλείας (επιπέδου βιοασφάλειας 3 και 4) για την αποτροπή κάθε πιθανότητας περαιτέρω διασποράς του ιού στο έδαφος της Τενερίφης.
Οι επιβάτες, αφού υποβλήθηκαν στους απαραίτητους ιατρικούς ελέγχους, μεταφέρθηκαν σταδιακά και με απόλυτη ασφάλεια στο αεροδρόμιο, προκειμένου να επιβιβαστούν σε ειδικά ναυλωμένες, υγειονομικές πτήσεις. Είναι ενδεικτικό του βαθμού διεθνούς κινητοποίησης ότι πέντε Γάλλοι υπήκοοι επαναπατρίστηκαν χθες στη χώρα τους με ειδική πτήση, βάσει των αυστηρών, κατεπειγουσών οδηγιών των υπουργείων Υγείας και Εξωτερικών της Γαλλίας. Παράλληλα, τρεις ασθενείς, οι οποίοι χρήζουν άμεσης και εξειδικευμένης ιατρικής φροντίδας λόγω των επιπλοκών του ιού, μεταφέρθηκαν αεροπορικώς σε νοσοκομεία αναφοράς στην Ολλανδία.
Σύμφωνα με τον κεντρικό σχεδιασμό των αρχών, περίπου τριάντα μέλη του πληρώματος θα παραμείνουν στο MV Hondius. Σκοπός τους είναι να οδηγήσουν με ασφάλεια το σκάφος στις ακτές της Ολλανδίας, όπου και θα υποβληθεί σε μια εις βάθος, βιομηχανικού τύπου απολύμανση, προκειμένου να εξαλειφθεί πλήρως κάθε ίχνος ιογενούς φορτίου από τις καμπίνες, τα συστήματα εξαερισμού και τους κοινόχρηστους χώρους.
Αναζητώντας τον «ασθενή μηδέν»: το μοιραίο ταξίδι στη Λατινική Αμερική
Το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί πλέον τους κορυφαίους επιδημιολόγους παγκοσμίως είναι πώς ακριβώς εισήλθε ο ιός στο υπερσύγχρονο και πολυτελές σκάφος. Το πλοίο, που πλέει υπό ολλανδική σημαία, είχε αποπλεύσει την 1η Απριλίου από την Ουσουάια (Ushuaia) της Αργεντινής, πραγματοποιώντας μια φιλόδοξη υπερατλαντική κρουαζιέρα με ενδιάμεσους σταθμούς και τελικό προορισμό τις ακτές του Πράσινου Ακρωτηρίου.
Η ενδελεχής επιδημιολογική έρευνα συγκλίνει πλέον με μεγάλη βεβαιότητα σε ένα επικρατέστερο σενάριο: την αρχική μόλυνση ενός ζευγαριού Ολλανδών τουριστών, οι οποίοι δυστυχώς συγκαταλέγονται στα πρώτα θύματα που υπέκυψαν στη νόσο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι το συγκεκριμένο ζευγάρι βρισκόταν στη Λατινική Αμερική ήδη από τα τέλη Νοεμβρίου του προηγούμενου έτους, ταξιδεύοντας εκτενώς σε αγροτικές και δασικές περιοχές της Αργεντινής, της Χιλής και της Ουρουγουάης. Οι χώρες αυτές είναι γνωστές στη διεθνή βιβλιογραφία ως ενδημικές για εξαιρετικά επικίνδυνα, άγρια στελέχη του χανταϊού, όπως ο περιβόητος «ιός των Άνδεων» (Andes virus). Το ζευγάρι επέστρεψε στην Αργεντινή στα τέλη Μαρτίου, αποκλειστικά για να επιβιβαστεί στο MV Hondius την 1η Απριλίου.
Δεδομένου ότι η περίοδος επώασης του χανταϊού είναι εξαιρετικά ύπουλη, καθώς τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν από μία έως και οκτώ εβδομάδες μετά την έκθεση στο παθογόνο, η αρχική μόλυνση είναι πλέον σχεδόν βέβαιο ότι συνέβη στην ηπειρωτική χώρα, εβδομάδες πριν από την επιβίβασή τους. Ωστόσο, οι ειδικοί εξετάζουν με προσοχή και το σενάριο η έκθεση να έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια μιας προγραμματισμένης, ολιγόωρης στάσης σε απομονωμένο νησί του Νότιου Ατλαντικού στις 5 Απριλίου, αν και οι πιθανότητες θεωρούνται μικρότερες.
Η παγκόσμια ιχνηλάτηση και το μήνυμα του ΠΟΥ: «δεν είναι άλλη μία Covid»
Λόγω της φύσης του μακροχρόνιου ταξιδιού και των ενδιάμεσων στάσεων που πραγματοποίησε το πλοίο, υγειονομικές αρχές σε πολλές χώρες του πλανήτη έχουν τεθεί σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής, παρακολουθώντας στενά επιβάτες που είχαν ήδη αποβιβαστεί νωρίτερα. Για παράδειγμα, δύο κάτοικοι της Σιγκαπούρης που επέβαιναν στο πλοίο βρέθηκαν αρχικά αρνητικοί στα σχετικά τεστ, ωστόσο παραμένουν σε καθεστώς αυστηρής καραντίνας για καθαρά προληπτικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, οι βρετανικές αρχές διερευνούν με κάθε σοβαρότητα ένα ύποπτο κρούσμα στο εξαιρετικά απομονωμένο νησί Tristan da Cunha στον Νότιο Ατλαντικό.
Μπροστά στον φυσιολογικό πανικό που προκαλεί στο ευρύ κοινό η είδηση ενός φονικού ιού, η ηγεσία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) έσπευσε να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους, επιστημονική διάσταση, αποτρέποντας τη δημιουργία κλίματος υστερίας. Η παρέμβαση του επικεφαλής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, ήταν απόλυτα κατηγορηματική και καθησυχαστική: «Δεν είναι άλλη μία Covid».
Η δήλωση αυτή εδράζεται στα συμπαγή, αδιαμφισβήτητα βιολογικά χαρακτηριστικά του ιού. Σε αντίθεση με τους κορωνοϊούς ή τον ιό της γρίπης που σαρώνουν αερογενώς και με τεράστια ευκολία, ο χανταϊός μεταδίδεται κατά κύριο λόγο μέσω της εισπνοής σκόνης μολυσμένης από ούρα ή περιττώματα μολυσμένων άγριων τρωκτικών. Αν και ορισμένα εξωτικά στελέχη (όπως αυτό των Άνδεων) έχουν δείξει ικανότητα μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο, η μεταδοτικότητα αυτή απαιτεί εξαιρετικά στενή, παρατεταμένη επαφή (όπως συμβαίνει σε μια καμπίνα πλοίου) και παραμένει σε γενικές γραμμές αναποτελεσματική. Ο ΠΟΥ επισήμανε επίσημα ότι ο κίνδυνος για τον ευρύτερο, γενικό πληθυσμό παραμένει «απολύτως χαμηλός».
Η κρίση του MV Hondius ανέδειξε αφενός τους απρόβλεπτους κινδύνους που κρύβει η έκθεση στη φύση κατά τη διάρκεια ταξιδιών σε ενδημικές περιοχές, και αφετέρου την τεράστια επιχειρησιακή ετοιμότητα που έχει αναπτύξει η διεθνής κοινότητα στη μετα-πανδημική εποχή. Τα γρήγορα αντανακλαστικά και οι επιτυχημένες εκκενώσεις αποδεικνύουν ότι το παγκόσμιο σύστημα διαθέτει πλέον την εμπειρία για να αποτρέπει την εξέλιξη τέτοιων τοπικών εξάρσεων σε ανεξέλεγκτες, παγκόσμιες κρίσεις.
