Σε μια διπλωματική κίνηση που ήδη προκαλεί τεκτονικές αναταράξεις στα παγκόσμια γεωπολιτικά και οικονομικά φόρα, ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, ετοιμάζεται για ένα ταξίδι εξαιρετικά υψηλού συμβολισμού και τεράστιου στρατηγικού ρίσκου στην Κίνα. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του αμερικανικού περιοδικού Forbes, η προεδρική αποστολή που καταφθάνει στο Πεκίνο δεν θα θυμίζει σε τίποτα τις παραδοσιακές αντιπροσωπείες του παρελθόντος. Ο ένοικος του Λευκού Οίκου αναμένεται να πλαισιωθεί από πέντε κορυφαίους Αμερικανούς δισεκατομμυριούχους, η συνολική καθαρή αξία των οποίων αγγίζει το αστρονομικό ποσό των 870 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Αυτή η άνευ προηγουμένου εξέλιξη λαμβάνει χώρα στην πιο κρίσιμη, ίσως, καμπή της διεθνούς παρουσίας του. Το πολυαναμενόμενο τετ α τετ με τον Κινέζο πρόεδρο, Σι Τζινπίνγκ, διεξάγεται στη σκιά ενός εκρηκτικού παγκόσμιου σκηνικού. Οι συνεχιζόμενες εντάσεις γύρω από τους εμπορικούς δασμούς, η ανησυχητική κλιμάκωση του πολέμου στο Ιράν και ο αδυσώπητος ανταγωνισμός για την κυριαρχία στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης (AI), συνθέτουν ένα γεμάτο προκλήσεις τοπίο. Η συγκεκριμένη αποστολή δεν αποτελεί απλώς μια εθιμοτυπική επίσκεψη, αλλά την απόλυτη και πλέον ωμή προσωποποίηση της «συναλλακτικής διπλωματίας».
Η αδιαμφισβήτητη επίδειξη της αμερικανικής οικονομικής ισχύος
Η επιλογή να ενταχθούν πέντε μεγιστάνες στην αμερικανική αντιπροσωπεία, πρόσωπα που εκπροσωπούν την αφρόκρεμα της τεχνολογίας, του διαστήματος και του εμπορίου, συνιστά μια σαφή επίδειξη ισχύος από την πλευρά της Ουάσινγκτον. Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την ασιατική υπερδύναμη είναι αδιαπραγμάτευτο: η αμερικανική ηγεμονία δεν στηρίζεται πλέον αποκλειστικά στην παραδοσιακή στρατιωτική υπεροχή, αλλά πρωτίστως στον έλεγχο του κεφαλαίου και της τεχνολογίας αιχμής.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, υιοθετώντας το αγαπημένο του προφίλ του “dealmaker”, κατανοεί ότι ο παραδοσιακός εμπορικός πόλεμος μέσω κυρώσεων έχει προκαλέσει δυσφορία στις διεθνείς αγορές. Επιστρατεύοντας επιχειρηματίες των οποίων ο αθροιστικός πλούτος ξεπερνά το ΑΕΠ πολλών ανεπτυγμένων κρατών, επιδιώκει να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Από τη μία πλευρά, διατηρεί ενεργή την απειλή των αυστηρών δασμολογικών φραγμών, και από την άλλη, προσφέρει το δέλεαρ πιθανών τεράστιων ιδιωτικών επενδύσεων ή συμπράξεων, οι οποίες όμως θα τελούν υπό την αυστηρή εποπτεία των αμερικανικών συμφερόντων.
Το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων
Στο επίκεντρο αυτής της εντυπωσιακής επιχειρηματικής και διπλωματικής απόβασης στο Πεκίνο βρίσκεται αναμφίβολα ο τεχνολογικός πόλεμος. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί επόμενης γενιάς και τα προηγμένα συστήματα ανάλυσης δεδομένων είναι τα πεδία όπου θα κριθεί η παγκόσμια κυριαρχία τις επόμενες δεκαετίες. Φέρνοντας μαζί του ανθρώπους που ουσιαστικά κρατούν τα κλειδιά αυτής της τεχνολογικής επανάστασης, ο Αμερικανός πρόεδρος επιθυμεί να θέσει σαφείς κανόνες σε ανώτατο επίπεδο.
Η άμεση συμμετοχή των δισεκατομμυριούχων στις διαπραγματεύσεις υποδηλώνει τη διάθεση της Ουάσινγκτον να συνάψει απευθείας, κολοσσιαίες συμφωνίες, παρακάμπτοντας τον δυσκίνητο γραφειοκρατικό μηχανισμό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Απώτερος στόχος είναι να πιεστεί το Πεκίνο ώστε να ανοίξει περαιτέρω την εσωτερική του αγορά σε αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις κρατικές επιδοτήσεις προς τις δικές του εταιρείες.
Η γεωπολιτική σκιά του πολέμου στο Ιράν
Πέρα, όμως, από το εμπόριο και την τεχνολογία, η συγκυρία του ταξιδιού καθίσταται εκρηκτική λόγω των πολεμικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος στο Ιράν έχει θέσει σε κόκκινο συναγερμό τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, με τον κίνδυνο μιας μεγάλης εμπλοκής στα Στενά του Ορμούζ να απειλεί την απρόσκοπτη ροή πετρελαίου. Το Πεκίνο, ως ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ιρανικού αργού και στρατηγικός εταίρος της Τεχεράνης, έχει ζωτικό συμφέρον να αποτρέψει την απόλυτη κατάρρευση της σταθερότητας στον Περσικό Κόλπο.
Για τον Κινέζο πρόεδρο, η επίσκεψη του Τραμπ αποτελεί μια τεράστια πρόκληση, αλλά ταυτόχρονα και μια διπλωματική ευκαιρία. Η κινεζική οικονομία παλεύει με δομικές παθογένειες και εσωτερικούς κλυδωνισμούς. Σε αυτό το ευαίσθητο περιβάλλον, ο Σι Τζινπίνγκ δεν έχει την πολυτέλεια να γυρίσει την πλάτη σε μια αμερικανική αντιπροσωπεία αυτού του βεληνεκούς. Είναι πιθανό το Πεκίνο να χρησιμοποιήσει την επιρροή του στο Ιράν ως διαπραγματευτικό χαρτί, εξασφαλίζοντας σε αντάλλαγμα εμπορικές ανάσες από τις αμερικανικές πιέσεις.
Η αμηχανία της Ευρώπης και οι παγκόσμιες επιπτώσεις
Για τον υπόλοιπο πλανήτη, και ιδιαίτερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτή η μορφή εταιρικής «συνδιαλλαγής κορυφής» εγείρει σοβαρότατα ερωτήματα. Εάν οι δύο υπερδυνάμεις αποφασίσουν να προχωρήσουν σε έναν ιστορικό, διμερή εμπορικό συμβιβασμό καθοδηγούμενο από το τεράστιο κεφάλαιο των πέντε μεγιστάνων, οι υπόλοιποι παγκόσμιοι παίκτες κινδυνεύουν να τεθούν οριστικά στο περιθώριο.
Η Ευρώπη, η οποία παραδοσιακά προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για στρατηγική αυτονομία και την απόλυτη εξάρτηση από την αμερικανική ομπρέλα, παρακολουθεί πλέον με αμηχανία την Ουάσινγκτον να ασκεί ιδιωτικοποιημένη εξωτερική πολιτική. Οι Βρυξέλλες οφείλουν να επαγρυπνούν, καθώς τυχόν συμφωνίες που θα επισφραγιστούν πίσω από τις κλειστές πόρτες του Πεκίνου έχουν τη δυναμική να αναδιατάξουν βίαια τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η άφιξη του Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα δεν φέρνει μαζί της απλώς την προεδρική φρουρά και τους διπλωμάτες. Μεταφέρει στο τραπέζι του Σι Τζινπίνγκ τον ίδιο τον πυρήνα του αμερικανικού καπιταλισμού. Το αν αυτή η πρωτοφανής επίδειξη πλούτου των 870 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα λειτουργήσει ως εγγυητής της παγκόσμιας σταθερότητας ή ως θρυαλλίδα ενός νέου, πιο αδίστακτου γεωοικονομικού ανταγωνισμού, θα φανεί ξεκάθαρα στο εγγύς μέλλον. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η παγκόσμια διπλωματία αλλάζει σελίδα, ενσωματώνοντας πλέον αμιγώς εταιρικούς κανόνες.
