Τα βλέμματα ολόκληρου του πλανήτη και των διεθνών αγορών είναι στραμμένα από σήμερα το πρωί στην ασιατική ήπειρο, καθώς το γεωοικονομικό θρίλερ ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες υπερδυνάμεις του κόσμου μπαίνει στην πλέον κρίσιμη φάση του. Αντιπροσωπείες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας ξεκίνησαν ήδη τις πρώτες, διερευνητικές οικονομικές και εμπορικές διαβουλεύσεις στη Νότια Κορέα. Σύμφωνα με το κινεζικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua, οι επαφές αυτές αποτελούν τον απόλυτο διπλωματικό προθάλαμο, λίγες μόλις ώρες πριν από την αποψινή, ιστορική άφιξη του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, στο Πεκίνο.
Το ραντεβού που λαμβάνει χώρα στο αεροδρόμιο της Ιντσεόν, μια ανάσα από τη Σεούλ, δεν έχει εθιμοτυπικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, αποτελεί το «μηχανοστάσιο» όπου θα καθοριστούν οι τεχνικές λεπτομέρειες και οι κόκκινες γραμμές, ενόψει των κρίσιμων συνομιλιών που θα διεξαχθούν αύριο, Πέμπτη, και μεθαύριο, Παρασκευή, μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Κινέζου ομολόγου του, Σι Τζινπίνγκ, στην κινεζική πρωτεύουσα.
Η στρατηγική σημασία της συνάντησης στην Ιντσεόν
Το επίπεδο της εκπροσώπησης στη Νότια Κορέα μαρτυρά τη σοβαρότητα της κατάστασης. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων κάθονται οι «αρχιτέκτονες» των δύο οικονομιών: ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, και ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης και «τσάρος» της κινεζικής οικονομίας, Χε Λιφένγκ. Οι δύο άνδρες καλούνται να βρουν κοινό έδαφος στα ακανθώδη ζητήματα των δασμών, της πρόσβασης στις αγορές και των τεχνολογικών περιορισμών, προσπαθώντας να «λειάνουν» το έδαφος ώστε οι δύο ηγέτες να μπορέσουν να ανακοινώσουν μια βιώσιμη συμφωνία, ή έστω μια παράταση της ομαλότητας, στο Πεκίνο.
Η επιλογή της Ιντσεόν ως ουδέτερου και άμεσα προσβάσιμου εδάφους για τις προπαρασκευαστικές συνομιλίες καταδεικνύει την ανάγκη για γρήγορα αντανακλαστικά και διπλωματική ευελιξία, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας που θα μονοπωλήσουν την επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα.
Το φάντασμα του εμπορικού πολέμου του 2025
Για να γίνει αντιληπτό το διακύβευμα των επόμενων 48 ωρών, πρέπει να ανατρέξουμε στα πεπραγμένα της προηγούμενης χρονιάς. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025 συνοδεύτηκε από την άμεση υλοποίηση της προεκλογικής του ατζέντας: έναν άγριο, μετωπικό εμπορικό πόλεμο με την Κίνα. Η Ουάσινγκτον επέβαλε υπέρογκους τελωνειακούς δασμούς σε χιλιάδες κινεζικά προϊόντα, επιδιώκοντας να προστατεύσει την αμερικανική βιομηχανία, ενώ το Πεκίνο απάντησε με ασύμμετρους περιορισμούς σε κρίσιμες πρώτες ύλες και αμερικανικές εισαγωγές.
Αυτή η σφοδρή σύγκρουση προκάλεσε παγκόσμιο αντίκτυπο, διαταράσσοντας βίαια τις εφοδιαστικές αλυσίδες, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και σπέρνοντας τον πανικό στα διεθνή χρηματιστήρια, με την Ευρώπη να βρίσκεται συχνά στη μέση αυτών των διασταυρούμενων πυρών.
Η εύθραυστη εκεχειρία και το μεγάλο στοίχημα του Πεκίνου
Ο εφιάλτης μιας ανεξέλεγκτης παγκόσμιας ύφεσης οδήγησε τους Τραμπ και Σι σε μια προσωρινή εκεχειρία τον περασμένο Οκτώβριο. Αυτή η «ανακωχή» λειτούργησε ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, ωστόσο δεν έλυσε κανένα από τα δομικά προβλήματα που χωρίζουν τις δύο υπερδυνάμεις.
Σήμερα, μήνες μετά από εκείνη τη συμφωνία, η συνέχεια της εκεχειρίας τίθεται στο μικροσκόπιο. Στις συναντήσεις της Πέμπτης και της Παρασκευής στο Πεκίνο, ο Αμερικανός πρόεδρος αναμένεται να πιέσει για άμεσα, μετρήσιμα ανταλλάγματα: μεγαλύτερες αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων από την Κίνα, αυστηρότερη προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και άρση των εμποδίων για τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας. Από την πλευρά του, ο Σι Τζινπίνγκ θα διεκδικήσει την άρση των κυρώσεων και την ελεύθερη πρόσβαση κινεζικών κολοσσών στην αμερικανική αγορά.
Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ ετοιμάζεται να προσγειωθεί απόψε στην κινεζική πρωτεύουσα, ο πλανήτης γνωρίζει καλά πως το αποτέλεσμα αυτών των συνομιλιών δεν αφορά μόνο τα ταμεία των δύο χωρών. Αφορά τον παγκόσμιο πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τη σταθερότητα του εμπορίου για τα επόμενα χρόνια. Εάν το «ραντεβού» στην Ιντσεόν δεν αποδώσει καρπούς, ο κίνδυνος αναζωπύρωσης ενός ανλέητου εμπορικού πολέμου βρίσκεται προ των πυλών.
