Σε μια κρίσιμη καμπή για τη γεωπολιτική και ενεργειακή σταθερότητα της Γηραιάς Ηπείρου, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει τη μετάβασή της προς ένα βιώσιμο και αυτόνομο μοντέλο ανάπτυξης. Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εγκρίνει, βάσει των αυστηρών κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, το γερμανικό σχέδιο ύψους 1,3 δισεκατομμυρίων ευρώ για την παραγωγή ανανεώσιμου υδρογόνου, δεν συνιστά απλώς μια τυπική γραφειοκρατική έγκριση. Αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της Πράσινης Βιομηχανικής Συμφωνίας (Clean Industrial Deal) και ένα αποφασιστικό βήμα για την υλοποίηση του σχεδίου REPowerEU.
Η ανατομία της γερμανικής επένδυσης
Το μέγεθος και η στόχευση του γερμανικού προγράμματος καταδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για άμεση κλιμάκωση της παραγωγής καθαρής ενέργειας. Το εγκεκριμένο σχήμα προβλέπει τη στήριξη για την κατασκευή νέων ηλεκτρολυτών με εγκατεστημένη ισχύ που θα αγγίζει τα 1.000 MW.
Μέσω αυτής της τεράστιας υποδομής, η Γερμανία στοχεύει στην παραγωγή έως και 10 εκατομμυρίων τόνων ανανεώσιμου υδρογόνου. Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα αυτής της πρωτοβουλίας είναι εντυπωσιακό, καθώς εκτιμάται επισήμως ότι θα αποτρέψει την έκλυση έως και 55 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα.
Η κρατική ενίσχυση θα λάβει τη μορφή άμεσης επιχορήγησης, η οποία θα υπολογίζεται ανά κιλό παραγόμενου πράσινου υδρογόνου, με μέγιστη διάρκεια συμβολαίου τα δέκα έτη. Με αυτόν τον τρόπο, το γερμανικό κράτος απορροφά το αρχικό επενδυτικό ρίσκο (de-risking), επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να προχωρήσουν σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η διαδικασία επιλογής των δικαιούχων θα γίνει μέσω ανταγωνιστικής διαδικασίας υποβολής προσφορών, υπό την αυστηρή εποπτεία του Ευρωπαϊκού Εκτελεστικού Οργανισμού για το Κλίμα, τις Υποδομές και το Περιβάλλον (CINEA).
Η καινοτομία των Auctions-as-a-Service
Η επιτυχία του εγχειρήματος βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο καινοτόμο εργαλείο «Auctions-as-a-Service» (Δημοπρασίες ως Υπηρεσία), το οποίο εντάσσεται στην ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Υδρογόνου. Το συγκεκριμένο εργαλείο λειτουργεί ως μια έξυπνη γέφυρα μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων.
-
Απλοποίηση Διαδικασιών: Αντί τα κράτη-μέλη να στήνουν από το μηδέν πολύπλοκους, εθνικούς μηχανισμούς δημοπράτησης, αξιοποιούν το ήδη δοκιμασμένο σύστημα του Ταμείου Καινοτομίας (Innovation Fund) της ΕΕ.
-
Αξιοκρατική Κατάταξη: Τα έργα αξιολογούνται και βαθμολογούνται κεντρικά. Αν ένα γερμανικό έργο πληροί τα υψηλά κριτήρια αλλά δεν εξασφαλίσει κοινοτική χρηματοδότηση λόγω εξάντλησης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, η Γερμανία αναλαμβάνει να το χρηματοδοτήσει με εθνικούς πόρους (το πακέτο των 1,3 δισ. ευρώ).
-
Ισότιμος Ανταγωνισμός: Η προσέγγιση αυτή εξασφαλίζει ότι οι επιδοτήσεις είναι συγκρίσιμες σε όλη την Ευρώπη, αποτρέποντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό και προστατεύοντας την ενιαία αγορά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το σχήμα αυτό ακολουθεί μια σειρά από αντίστοιχες εγκρίσεις που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια, συμπεριλαμβανομένων προγραμμάτων στην Αυστρία, τη Λιθουανία και την Ισπανία, αποδεικνύοντας τη σταθερή προσήλωση της Κομισιόν σε αυτό το χρηματοδοτικό μοντέλο.
Ο διασυνοριακός άξονας: Η σύνδεση με τη Δανία
Ένα από τα πιο στρατηγικά στοιχεία, είναι ο έντονα διασυνοριακός χαρακτήρας του έργου. Η απόφαση της Κομισιόν ορίζει ρητά ότι το γερμανικό σχέδιο θα παρέχει στήριξη σε εταιρείες που σχεδιάζουν να τροφοδοτήσουν με πράσινο υδρογόνο τον αγωγό «Danish Hydrogen Backbone 1».
Πρόκειται για ένα κρίσιμο Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος (Project of Common Interest – PCI), το οποίο θα λειτουργήσει ως ενεργειακός αγωγός-ομφάλιος λώρος:
-
Παραγωγή στη Βόρεια Θάλασσα: Η Δανία αξιοποιεί το τεράστιο δυναμικό των υπεράκτιων αιολικών της πάρκων για την παραγωγή πράσινου υδρογόνου.
-
Μεταφορά μέσω του Backbone: Το υδρογόνο θα διοχετεύεται στον δανικό αγωγό κορμού.
-
Τροφοδοσία της γερμανικής βιομηχανίας: Στη συνέχεια, θα παραδίδεται σε αγοραστές (off-takers) που είναι συνδεδεμένοι με το Γερμανικό Δίκτυο Κορμού Υδρογόνου (Hydrogen Core Network).
Η Κομισιόν, βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), έκρινε ότι αυτός ο γεωγραφικός περιορισμός της επιλεξιμότητας δεν στρεβλώνει αδικαιολόγητα τον ανταγωνισμό. Αντιθέτως, η δημιουργία αυτής της διασυνοριακής υποδομής είναι απολύτως απαραίτητη για τη μακροπρόθεσμη μείωση του κόστους του ανανεώσιμου υδρογόνου.
Τα αυστηρά κριτήρια του REPowerEU
Η ενεργειακή κρίση που πυροδοτήθηκε από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έθεσε νέους, πιεστικούς στόχους για την Ευρώπη. Το σχέδιο REPowerEU προβλέπει ρητά την παραγωγή 10 εκατομμυρίων τόνων και την εισαγωγή επιπλέον 10 εκατομμυρίων τόνων ανανεώσιμου υδρογόνου έως το 2030.
Ωστόσο, η Ευρώπη δεν κάνει εκπτώσεις στα περιβαλλοντικά κριτήρια. Για να χαρακτηριστεί το υδρογόνο ως Ανανεώσιμο Καύσιμο Μη Βιολογικής Προέλευσης (RFNBO), οι ευρωπαϊκές οδηγίες επιβάλλουν αυστηρούς κανόνες:
-
Η εξοικονόμηση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στο τελικό προϊόν πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον στο 70% σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας.
-
Μέχρι το 2030, το 42% του υδρογόνου που καταναλώνεται στη βιομηχανία πρέπει να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, με τον στόχο να εκτοξεύεται στο 60% μέχρι το 2035.
Όπως τόνισε χαρακτηριστικά η Εκτελεστική Αντιπρόεδρος για την Καθαρή, Δίκαιη και Ανταγωνιστική Μετάβαση, Τερέζα Ριμπέρα, επενδύσεις σαν την προκείμενη αποτελούν το κλειδί για την αύξηση της προσφοράς καθαρού υδρογόνου, αλλά και για την κατασκευή των απαραίτητων υποδομών σύνδεσης παραγωγών και καταναλωτών.
Η επόμενη ημέρα
Η έγκριση αυτού του μεγάλου πακέτου αποτελεί ένα σαφές μήνυμα προς τις παγκόσμιες αγορές: Η Ευρώπη δεν θα παρακολουθεί παθητικά τον παγκόσμιο ανταγωνισμό στην πράσινη τεχνολογία. Η στρατηγική ευθυγράμμιση Βερολίνου και Κοπεγχάγης δείχνει τον δρόμο για τη δημιουργία περιφερειακών ενεργειακών συνεργειών, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη βιωσιμότητα της βαριάς βιομηχανίας.
Για τα κράτη-μέλη του Ευρωπαϊκού Νότου, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, το μήνυμα είναι διττό. Αφενός, το πράσινο υδρογόνο παύει να είναι απλώς ένα θεωρητικό αφήγημα και εδραιώνεται ως το καύσιμο του άμεσου μέλλοντος, με χειροπιαστά χρηματοδοτικά εργαλεία (όπως το Auctions-as-a-Service). Αφετέρου, καθίσταται σαφές ότι όποια χώρα δεν επενδύσει άμεσα σε διασυνοριακές υποδομές μεταφοράς ενέργειας, κινδυνεύει να απομονωθεί από τους μεγάλους ευρωπαϊκούς βιομηχανικούς διαδρόμους των επόμενων δεκαετιών. Η ταχύτητα λήψης αποφάσεων και η απορρόφηση των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Υδρογόνου θα κρίνουν, εν πολλοίς, τη βιομηχανική επιβίωση στο νέο, απανθρακοποιημένο τοπίο.
