Στην ουσία, ο Πούτιν απορρίπτει οποιοδήποτε μεταγενέστερο ειρηνευτικό πλάνο (όπως η «φόρμουλα ειρήνης» του Κιέβου) και ζητά να πιαστεί το νήμα από εκεί που κόπηκε στις αρχές του πολέμου. Ο ίδιος υποστηρίζει σταθερά ότι τότε οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά σε ένα κοινά αποδεκτό προσχέδιο, πριν αυτό «τορπιλιστεί» από εξωτερικές πιέσεις της Δύσης.
Για να καταλάβουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτή η πρόταση, ας δούμε τι προέβλεπε, με απλά λόγια, εκείνο το περίφημο προσχέδιο:
-
Μόνιμη ουδετερότητα της Ουκρανίας: Το Κίεβο θα δεσμευόταν νομικά να μην ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ και να μην φιλοξενεί ξένες στρατιωτικές βάσεις ή πυρηνικά όπλα στο έδαφός του.
-
Διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας: Σε αντάλλαγμα για την ουδετερότητα, η Ουκρανία θα λάμβανε εγγυήσεις ασφαλείας από μια ισχυρή ομάδα χωρών (όπως οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Κίνα, η Γαλλία και η ίδια η Ρωσία), με δομή παρόμοια με το «Άρθρο 5» του ΝΑΤΟ (αμοιβαία άμυνα σε περίπτωση επίθεσης).
-
Πλαφόν στις ένοπλες δυνάμεις: Θα επιβαλλόταν αυστηρός περιορισμός στο μέγεθος του ουκρανικού στρατού, καθώς και στον αριθμό των τανκς, των αεροσκαφών και των πυροβόλων.
-
Το εδαφικό «πάγωμα»: Το καθεστώς της Κριμαίας θα έμπαινε σε μια μακροχρόνια μεταβατική περίοδο διαβουλεύσεων (είχε συζητηθεί ορίζοντας 15 ετών), ενώ το μέλλον του Ντονμπάς θα κρινόταν σε απευθείας συνάντηση των δύο προέδρων.
Το παρασκήνιο της κίνησης: Η επίκληση αυτών των συμφωνιών από τον Πούτιν γίνεται για δύο λόγους. Πρώτον, για να δείξει στη διεθνή κοινότητα ότι η Ρωσία «δεν αρνείται τον διάλογο» και, δεύτερον, για να πιέσει το Κίεβο να υποχωρήσει από τις τρέχουσες θέσεις του, επιστρέφοντας σε ένα πλαίσιο που εξυπηρετεί τις βασικές γεωπολιτικές επιδιώξεις της Μόσχας.
