Σε μια περίοδο όπου η Μέση Ανατολή θυμίζει περισσότερο από ποτέ πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί, οι ρητορικές μετατοπίσεις των ισχυρών παικτών της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής αποκτούν καθοριστική σημασία. Μια τέτοια γεωπολιτική έκπληξη φαίνεται να κυοφορείται γύρω από τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Τεχεράνη, με τον Ντόναλντ Τραμπ να αφήνει πλέον ανοιχτό το ενδεχόμενο για μελλοντικές διαπραγματεύσεις με το Ιράν.
Σύμφωνα με τον διεθνή Τύπο και τις σχετικές αναλύσεις, όπως αποτυπώνονται σε πρόσφατα ρεπορτάζ, ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να μετριάζει την άλλοτε απόλυτα συγκρουσιακή του ρητορική, υιοθετώντας μια πιο πραγματιστική προσέγγιση. Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον στα διπλωματικά γραφεία της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, καθώς η αμερικανική εξωτερική πολιτική απέναντι στο Ιράν αποτελεί τον κρισιμότερο άξονα για την παγκόσμια ενεργειακή και γεωπολιτική ασφάλεια.
Από το δόγμα της «μέγιστης πίεσης» στον διπλωματικό πραγματισμό
Η πολιτική κληρονομιά του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν χαρακτηρίστηκε από την εφαρμογή της στρατηγικής της «μέγιστης πίεσης» (maximum pressure). Το 2018, ο ίδιος απέσυρε μονομερώς τις Ηνωμένες Πολιτείες από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) —τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης που είχε υπογραφεί επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα το 2015— επιβάλλοντας παράλληλα ασφυκτικές οικονομικές κυρώσεις. Η ένταση κορυφώθηκε στις αρχές του 2020 με την αμερικανική επιχείρηση εξόντωσης του πανίσχυρου Ιρανού στρατηγού, Κασέμ Σουλεϊμανί.
Ωστόσο, η σύγχρονη πραγματικότητα επιβάλλει αναπροσαρμογές. Ο κ. Τραμπ, γνωστός για την αντίληψή του περί «transactional diplomacy» (συναλλακτική διπλωματία), αφήνει πλέον χώρο για έναν νέο γύρο συνομιλιών, υπό την προϋπόθεση ότι μια νέα συμφωνία θα φέρει ξεκάθαρα τη δική του πολιτική υπογραφή και θα είναι πιο περιεκτική από την προηγούμενη. Η προσέγγιση αυτή καταδεικνύει την επιθυμία του να αποφύγει μια ευθεία στρατιωτική εμπλοκή της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή, ικανοποιώντας παράλληλα το απομονωτικό αίσθημα (isolationism) που κυριαρχεί σε μεγάλο τμήμα της εκλογικής του βάσης.
Το πυρηνικό πρόγραμμα και το ορόσημο μιας «καλύτερης συμφωνίας»
Το μεγάλο «αγκάθι» στις αμερικανοϊρανικές σχέσεις παραμένει το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Από την κατάρρευση της συμφωνίας του 2015 και μετά, το Ιράν έχει αυξήσει δραματικά τα επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου, προσεγγίζοντας, σύμφωνα με εκθέσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ), το όριο του 60% — ένα βήμα πριν το 90% που απαιτείται για την κατασκευή πυρηνικού όπλου.
Μια ενδεχόμενη νέα διαπραγματευτική προσπάθεια υπό τον Ντόναλντ Τραμπ δεν θα περιοριζόταν αποκλειστικά στον περιορισμό του εμπλουτισμού ουρανίου. Σύμφωνα με αναλυτές, ο στόχος θα ήταν μια διευρυμένη συμφωνία που θα κάλυπτε:
-
Τον αυστηρό περιορισμό του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν.
-
Τη διακοπή της χρηματοδότησης και του εξοπλισμού περιφερειακών πληρεξουσίων (proxies), όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, η Χαμάς στη Γάζα και οι Χούθι στην Υεμένη.
-
Τη θέσπιση ενός πιο αυστηρού καθεστώτος διεθνών επιθεωρήσεων, χωρίς χρονικούς περιορισμούς (sunset clauses).
Η στάση της Τεχεράνης και η βαθιά καχυποψία της ηγεσίας
Από την πλευρά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η προοπτική επιστροφής στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αντιμετωπίζεται με εξαιρετική επιφυλακτικότητα. Το τραύμα της μονομερούς αποχώρησης των ΗΠΑ από την προηγούμενη συμφωνία και οι συνέπειες των κυρώσεων στην ιρανική οικονομία έχουν δημιουργήσει ένα βαθύ ρήγμα εμπιστοσύνης.
Παράλληλα, η πολιτική σκηνή στο Ιράν διαθέτει τις δικές της δυναμικές. Η μετριοπαθέστερη ρητορική του νέου Ιρανού προέδρου δημιουργεί ένα μικρό, θεωρητικό παράθυρο για διπλωματία, όμως οι τελικές αποφάσεις ανήκουν αποκλειστικά στον Ανώτατο Ηγέτη, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Για την Τεχεράνη, οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ, και ειδικά με τον Ντόναλντ Τραμπ, προϋποθέτει απτές και άμεσες εγγυήσεις για την άρση του οικονομικού αποκλεισμού, καθώς και τη διασφάλιση ότι η συμφωνία θα είναι δεσμευτική και δεν θα ακυρωθεί από μελλοντικές αμερικανικές κυβερνήσεις.
Ο αντίκτυπος στη Μέση Ανατολή και τους διεθνείς συμμάχους
Μια αλλαγή στάσης της Ουάσιγκτον θα προκαλούσε αναταράξεις και στους παραδοσιακούς συμμάχους της. Το Ισραήλ, που θεωρεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν υπαρξιακή απειλή, παρακολουθεί με μεγάλη ανησυχία κάθε ενδεχόμενο αμερικανικής υποχώρησης. Από την άλλη πλευρά, κράτη του Κόλπου όπως η Σαουδική Αραβία έχουν ήδη προχωρήσει σε διπλωματικές εξομαλύνσεις με την Τεχεράνη υπό την αιγίδα της Κίνας, αναζητώντας περιφερειακή σταθερότητα χωρίς την αποκλειστική εξάρτηση από την αμερικανική «ομπρέλα» ασφαλείας.
Συμπερασματικά, η διαφαινόμενη πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να αφήσει ανοιχτό τον δίαυλο των διαπραγματεύσεων αποτελεί μια κλασική επίδειξη της πολιτικής του: απρόβλεπτη, επικεντρωμένη στο «κλείσιμο της συμφωνίας» και ικανή να ανατρέψει τα μέχρι τώρα δεδομένα. Το αν αυτό το άνοιγμα θα μετουσιωθεί σε μια ρεαλιστική διπλωματική διαδικασία ή αν πρόκειται απλώς για έναν τακτικό ελιγμό στον ευρύτερο γεωπολιτικό στίβο, μένει να αποδειχθεί. Η ιστορία, ωστόσο, έχει δείξει ότι στη Μέση Ανατολή τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί.
