Σύμφωνα με τα οικονομικά δεδομένα του 1996 η Ελλάδα θεωρούταν αδύνατο να καταφέρει να είναι στον πρώτο κύκλο των χωρών, που θα επιλέγονταν για να προχωρήσουν στην τρίτη φάση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Προκειμένου να αποτελέσει τμήμα της υπό διαμόρφωση ΟΝΕ, η Ελλάδα έπρεπε να πραγματοποιήσει μεγάλη πρόοδο και μάλιστα κάτω από πιεστικά χρονικά περιθώρια. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Έκθεσης Σύγκλησης του Μαΐου 2000 με βάση την οποία εγκρίθηκε η υιοθέτηση του Ευρώ από την Ελλάδα: «…. η Ελλάδα πραγματοποίησε εντυπωσιακή πρόοδο προς τη σύγκλιση και η αξιολόγηση της παρούσας έκθεσης είναι θετική».

Η δημοσιονομική εξυγίανση προχώρησε με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Το έλλειμμα και το χρέος μειώθηκαν σημαντικά. Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Eurostat την περίοδο αυτή το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε από το 9,1% του ΑΕΠ το 1995 στο 3,1% το 1999. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 97% του ΑΕΠ το 1995 στο 94% το 1999. Η Ελλάδα αύξησε σημαντικά τα φορολογικά της έσοδα την περίοδο αυτή και συγκράτησε τις πρωτογενείς δαπάνες, καταφέρνοντας να έχει πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρωτογενές πλεόνασμα αυξήθηκε από 2,2% του ΑΕΠ το 1995 σε 4,3% το 1999. Έτσι και σε συνδυασμό με τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, από 11,2% του ΑΕΠ το 1995 στο 7,4% το 1999, κατάφερε τη σημαντική μείωση ελλειμμάτων και χρέους.

Η μεγάλη αυτή δημοσιονομική εξυγίανση επετεύχθη μάλιστα χωρίς να υπονομευτεί η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν με ρυθμούς 3,5% κατά μέσο όρο ετησίως την περίοδο 1996-2000 αρκετά υψηλότερα του μ.ο. της ευρωζώνης, 2,4%. Οι συνολικές επενδύσεις αυξήθηκαν από 17,7% του ΑΕΠ το 1995 στο 21,6% του ΑΕΠ το 2000. Οι δαπάνες για δηµόσιες επενδύσεις, που συγχρηµατοδοτούνταν σε μεγάλο βαθμό από τους πόρους των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ, κινήθηκαν σε υψηλά επίπεδα.

Η ελληνική δραχµή εισήλθε στο Μηχανισµό Συναλλαγµατικών Ισοτιµιών (ΜΣΙ) στις 16 Μαρτίου 1998. Από την 1η Ιανουαρίου 1999 η δραχµή συµµετείχε στο νέο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ ΙΙ). Κατά την είσοδο της δραχµής στον ΜΣΙ, η κεντρική της ισοτιµία έναντι του DEM καθορίστηκε σε επίπεδο 12,4% χαµηλότερο από τη µέση τιµή της αγοράς κατά τις δέκα προηγούµενες ηµέρες. Η υποτίμηση αυτή δεν ενέτεινε τις πληθωριστικές πιέσεις παρά μόνο προσωρινά. Στις 14 Ιανουαρίου 2000, και ενώ η συναλλαγµατική ισοτιµία στην αγορά εξακολουθούσε να είναι υψηλότερη κατά 6% από την κεντρική τιµή, οι ελληνικές αρχές ζήτησαν την ανατίµηση της κεντρικής ισοτιµίας. Η νέα ισοτιµία GRD/EUR καθορίστηκε σε 340,75, η οποία σηµαίνει ανατίµηση της κεντρικής τιµής κατά 3,6%. Η συναλλαγµατική ισοτιµία της δραχµής (έναντι του DEM µέχρι τις 31.12.1998 και έναντι του ευρώ στη συνέχεια) παρουσίασε γενικώς χαµηλή και µειούµενη µεταβλητότητα κατά την περίοδο αυτή, µε εξαίρεση το διάστηµα της αναταραχής στις χρηµαταγορές κατά τους τελευταίους µήνες του 1998 λόγω της κρίσης στη Ρωσία.

Τα επιτόκια αυτό το διάστημα ήταν αρχικά πολύ υψηλότερα των αντίστοιχων μ.ο. και από αυτά της Γερμανίας. Καθώς όμως αυξανόταν η αξιοπιστία της πορείας αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και σηµειωνόταν πρόοδος στην προσπάθεια δηµοσιονοµικής εξυγίανσης, τα µακροπρόθεσµα επιτόκια άρχισαν να υποχωρούν προς τα επίπεδα των χωρών της ζώνης ευρώ. Στην Ελλάδα το μέσο μακροπρόθεσμο επιτόκιο το 1995 ήταν 17% (ΕΕ-11: 8,7%, Γερμανία: 6,9%) και μειώθηκε στο 6,3% το 1999 (ΕΕ-11: 4,6%, Γερμανία: 4,5%).

Στις 19 Ιουνίου 2000 στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Σάντα Μαρία ντα Φέιρα, αποφασίστηκε η υιοθέτηση του ευρωπαϊκού νομίσματος Ευρώ από την Ελλάδα.