«Ήθελα να σκοτώσω ό,τι έβρισκα μπροστά μου». Με αυτή την ψυχρή περιγραφή ο 50χρονος κατηγορούμενος επανέλαβε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κοζάνης την αμετανόητη θέση του για τη δολοφονική επίθεση στη ΔΟΥ, την 16η Ιουλίου 2020, επίθεση που στοίχισε τη ζωή σε έναν υπάλληλο έπειτα από πολύμηνη μάχη στη ΜΕΘ και τραυμάτισε σοβαρά άλλους δύο.
Η απολογία: «Βία του κράτους», μνημόνια και προσωπικά τραύματα
Στην απολογία του ο 50χρονος επιχείρησε να δικαιολογήσει την πράξη ως αντίδραση «στη βία του κράτους και του συστήματος» που όπως υποστήριξε βίωσε τα χρόνια των μνημονίων. Ισχυρίστηκε ότι τα Μνημόνια και χημικά που δέχτηκε σε διαδήλωση επηρέασαν τον οργανισμό και τη συμπεριφορά του.
Ανέφερε ακόμη ότι είχε βιώσει σκληρή αστυνομική βία το 2017, όταν κατέστρεψε ΑΤΜ στην Κοζάνη. Ωστόσο, κατέστη σαφές ότι δεν εξέφρασε μεταμέλεια, παραδέχτηκε ότι επιδίωκε να σκοτώσει «όσους περισσότερους μπορούσε», και περιέγραψε μόνο ότι σταμάτησε την επίθεση όταν είδε το θάρρος μίας υπαλλήλου.
Η εισαγγελέας καταρρίπτει την υπερασπιστική γραμμή — «Αυτόκλητος τιμωρός»
Η εισαγγελέας της έδρας εμφανίστηκε αδιάλλακτη: χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο «αυτόκλητο τιμωρό» και κατέρριψε τους ισχυρισμούς περί στιγμιαίας μεταστροφής.
Επισημαίνοντας την ψυχραιμία και την οργανωμένη σκέψη που επέδειξε κατά την επίθεση, υποστήριξε ότι ο δράστης ήταν αποφασισμένος να σκοτώσει και διέθετε πλήρη επίγνωση των πράξεών του.
Η εισαγγελική πρόταση επαναδιατύπωσε το αίτημα για καταδίκη, όπως στο πρωτόδικο, ισόβια για ανθρωποκτονία από πρόθεση και πρόσθετες ποινές 26 χρόνια για τις απόπειρες δολοφονίας, την οπλοκατοχή και την οπλοχρησία.
Το νομικό πλαίσιο, το βάρος της απόφασης και οι συνέπειες
Ο 50χρονος έχει ήδη πρωτοδίκως καταδικαστεί σε ισόβια και επιπλέον 26 χρόνια. Η σημερινή εξέλιξη στο εφετείο καθορίζει αν η πρωτόδικη απόφαση θα επικυρωθεί ή θα αναθεωρηθεί. Πέρα από την ποινική διάσταση, η υπόθεση συγκλόνισε την τοπική κοινωνία και έθεσε ερωτήματα για τα όρια της πολιτικής οργής όταν μετατρέπεται σε βία.
Οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής ζητούν πλήρη επιβεβαίωση των πρωτόδικων ποινών, επισημαίνοντας το βάθος της βλάβης και την ανάγκη αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των εργαζομένων σε δημόσιες υπηρεσίες.
