Η σιωπή που επικρατούσε το πρωί του Σαββάτου στα Βορίζια του Ηρακλείου, ξαφνικά μετατράπηκε σε σκηνικό πολέμου. Μέσα σε λίγα λεπτά, το χωριό μετατράπηκε σε εμπόλεμη ζώνη και βυθίστηκε στο αίμα. Δύο νεκροί, αρκετοί τραυματίες και πάνω από 2.000 σφαίρες να «γαζώνουν» τα πάντα “έσχισαν” τη σιωπή της ορεινής κοινότητας. Η νέα αιματοχυσία έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα χρόνιο μίσος που ποτέ δεν έσβησε πραγματικά, μια βεντέτα που σιγόκαιγε κάτω από τη στάχτη.
Το μίσος ανάμεσα στις οικογένειες δεν κόπασε ποτέ απλώς περίμενε τη σπίθα που θα το αναζωπύρωνε.
Το χρονικό του μακελειού
Λίγο μετά τις 9 το πρωί του Σαββάτου (1/11/25), τα Βορίζια “ξύπνησαν” από αλλεπάλληλους πυροβολισμούς. Μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, η κατάσταση ξέφυγε, ολόκληρο το χωριό γέμισε σφαίρες που έπεφταν βροχή, με τον 39χρονο να πέφτει νεκρός, καθώς σύμφωνα με τις πληροφορίες φέρεται να ήταν εκείνος που πυροβόλησε πρώτος στον αέρα. Μαζί του, μια γυναίκα 56 ετών έχασε τη ζωή της μέσα στο χάος. Η εικόνα που αντίκρισαν οι αστυνομικοί θύμιζε πεδίο μάχης, τρύπες από σφαίρες σε τοίχους και οχήματα, σπίτια κατεστραμμένα, ένα χωριό βυθισμένο στη σιωπή.
Η ρίζα της βεντέτας
Το αίμα στα Βορίζια δεν είναι τυχαίο. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Mega, η έχθρα κρατά χρόνια, αλλά τα πρόσωπα έχουν αλλάξει. Δεν πρόκειται για τη γνωστή παλιά βεντέτα των δεκαετιών που πέρασαν, αλλά για μια νέα γενιά αντιπαραθέσεων μεταξύ τριών οικογενειών δύο με παλιές κτηματικές διαφορές και μια τρίτη που μπλέχτηκε πιο πρόσφατα.
Η σπίθα άναψε μήνες πριν, σε ένα γλέντι. Ένα υποτιμητικό σχόλιο για μέλος της τρίτης οικογένειας στάθηκε αφορμή για καυγά και μαχαίρωμα. Από εκείνη τη στιγμή, η ατμόσφαιρα στο χωριό άλλαξε.
Οι πληγές άνοιξαν ξανά, οι υποψίες θέριεψαν, και η λέξη “σασμός” άρχισε να ακούγεται ολοένα και πιο δύσκολη. και από εκεί ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση.
Η προσπάθεια για “σασμό”
Υπήρξε, όπως αναφέρουν πληροφορίες, μια προσπάθεια συμφιλίωσης με μεσολαβητές από τα Χανιά, γνωστούς για τον ρόλο τους σε συμβιβασμούς τέτοιων υποθέσεων. Πρότειναν να αγοραστεί ένα επίμαχο σπίτι που είχε προκαλέσει νέα ένταση και να δοθούν χρήματα για να αποφευχθεί νέα σύγκρουση. Όμως όσοι μπορούσαν να επιβάλουν τον “σασμό” αποσύρθηκαν. Έτσι, η έχθρα ξαναφούντωσε, χωρίς φρένο, μέχρι το πρωινό του Σαββάτου.
Η σπίθα που άναψε τη σφαγή
Το 39χρονο θύμα, από την οικογένεια Καργάκη, φέρεται να πυροβολούσε στον αέρα πανηγυρίζοντας για μια βομβιστική επίθεση στο σπίτι της αντίπαλης οικογένειας την ώρα που οι αστυνομικοί ερευνούσαν το περιστατικό. Από εκεί ξεκίνησε το αιματοκύλισμα. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή, και μέσα σε λίγα λεπτά το χωριό βρέθηκε ξανά στο κέντρο ενός άγραφου “πολέμου”.
“Ζωσμένο” χωριό – Φόβοι για συνέχεια
Σήμερα τα Βορίζια θυμίζουν φρούριο. Ισχυρές δυνάμεις της ΕΛ.ΑΣ., των ΤΑΕ Κρήτης και της ΟΠΚΕ έχουν περικυκλώσει την περιοχή, υπό τον φόβο νέων επεισοδίων. Ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ., αντιστράτηγος Δημήτρης Μάλλιος, και ο υποστράτηγος Φώτης Ντουΐτσης, με κλιμάκιο της ΕΚΑΜ, βρίσκονται ήδη στο νησί. Οι αστυνομικοί περιπολούν στους δρόμους, ενώ το χωριό παραμένει βουβό, με τους κατοίκους να αποφεύγουν κάθε κουβέντα.
Οι βαπτίσεις μέσα στο πένθος
Η σύζυγος του 39χρονου, βυθισμένη στον πόνο, κλήθηκε να αντιμετωπίσει ακόμη ένα σκληρό καθήκον. Τα τρία μικρότερα παιδιά της οικογένειας δεν είχαν προλάβει να βαπτιστούν, κάτι που σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση έπρεπε να γίνει πριν αποχαιρετήσουν τον πατέρα τους.
Έτσι, μέσα σε ένα κλίμα ανείπωτου θρήνου, το απόγευμα του Σαββάτου τελέστηκαν εσπευσμένα οι βαπτίσεις σε κοντινό χωριό, ώστε να μπορέσει να γίνει σήμερα Κυριακή η κηδεία του 39χρονου.
Την ίδια ώρα, παραμένει ανοιχτό το πότε και πού θα τελεστεί η κηδεία της 57χρονης γυναίκας, η οποία σύμφωνα με πληροφορίες είχε ταξιδέψει στα Βορίζια από τα Χανιά, όπου ζούσε και εργαζόταν, για να παραστεί στο μνημόσυνο του πατέρα της.
Η Κρήτη μετρά ακόμη μια βεντέτα που ξαναξύπνησε από ένα παλιό πάθος και μια νέα προσβολή. Παρά τις προσπάθειες για ειρήνη, η ιστορία δείχνει πως στα Βορίζια η “συνήθεια του αίματος” δύσκολα σβήνει. Όσο τα πάθη και τα παλιά μίση μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, ο φόβος παραμένει ίδιος
«Τώρα αρχίζουν όλα», ψιθυρίζουν στο χωριό μια φράση που περισσότερο ακούγεται σαν προειδοποίηση, παρά σαν φόβος.
