Εξαρθρώθηκε από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στη διαχείριση υποθέσεων πολεοδομικού αντικειμένου, αξιοποιώντας υπηρεσιακές θέσεις, θεσμικές ιδιότητες και δίκτυο επαφών, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους.
Για την υπόθεση συνελήφθησαν, στο πλαίσιο οργανωμένης αστυνομικής επιχείρησης, έξι μέλη της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και οι αρχηγοί της, ενώ στη δικογραφία που σχηματίστηκε περιλαμβάνονται ακόμη 30 ταυτοποιημένα άτομα, ανάμεσά τους δημόσιοι υπάλληλοι και ιδιώτες μηχανικοί, αρχιτέκτονες και επιχειρηματίες.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία, κατά περίπτωση, για εγκληματική οργάνωση, δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου, εμπορία επιρροής και παράβαση καθήκοντος.
Όπως ανακοινώθηκε από την ΕΛΑΣ, η έρευνα ξεκίνησε κατόπιν αξιοποίησης καταγγελιών σχετικά με επίμεμπτες ενέργειες υπαλλήλων σε υπηρεσίες πολεοδομικού αντικειμένου της Αττικής και εξελίχθηκε με τη χρήση ειδικών ανακριτικών ενεργειών, καθώς και με τη συνδυαστική αξιολόγηση τηλεφωνικών επικοινωνιών, φυσικών παρακολουθήσεων, καταθέσεων, ψηφιακών δεδομένων και λοιπού προανακριτικού υλικού.
Από την έρευνα της αστυνομίας προέκυψε ότι τα μέλη της οργάνωσης, τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του 2025, είχαν συγκροτήσει δομημένο δίκτυο με διακριτούς ρόλους, ιεραρχία και καταμερισμό ενεργειών. Εκμεταλλευόμενα τη θέση ή την ιδιότητά τους, παρενέβαιναν σε υποθέσεις πολεοδομικού ενδιαφέροντος, απαιτώντας ή λαμβάνοντας χρηματικά ποσά για:
– Την παράτυπη ή κατά προτεραιότητα έκδοση οικοδομικών αδειών.
– Την τακτοποίηση ή νομιμοποίηση αυθαίρετων κατασκευών.
– Τη μείωση επιβληθέντων προστίμων.
– Την έκδοση θετικών γνωμοδοτήσεων.
– Τη διευκόλυνση ή επίσπευση εκκρεμών φακέλων.
– Τη γενικότερη διαχείριση υποθέσεων που παρουσίαζαν πολεοδομικές εκκρεμότητες ή παρατυπίες.
Κεντρικό ρόλο στην οργάνωση είχαν δύο άτομα, τα οποία φέρονται να καθόριζαν τη στρατηγική, να αξιοποιούσαν το δίκτυο επαφών τους και να προσδιόριζαν, κατά περίπτωση, το ύψος των χρηματικών απαιτήσεων. Τα υπόλοιπα μέλη αναλάμβαναν ειδικότερους ρόλους, ανάλογα με την αρμοδιότητα, τη θέση ή τη δυνατότητα επιρροής τους σε υπηρεσιακές διαδικασίες.
Αναλυτικά, σύμφωνα με την έρευνα, τα μέλη της οργάνωσης είχαν διακριτούς και αλληλοσυμπληρούμενους ρόλους, ως εξής:
– Τα δύο αρχηγικά μέλη φέρονται να καθόριζαν τη στρατηγική της οργάνωσης, να διαχειρίζονταν το δίκτυο επαφών και να συντόνιζαν την προώθηση και διεκπεραίωση υποθέσεων πολεοδομικού ενδιαφέροντος, καθορίζοντας, κατά περίπτωση, και το ύψος των χρηματικών απαιτήσεων.
– Μέλος με εξειδικευμένη γνώση του πολεοδομικού πλαισίου παρείχε κατευθύνσεις και οδηγίες για τον χειρισμό υποθέσεων, προτείνοντας τρόπους διεκπεραίωσης ή τροποποίησης φακέλων, ώστε να εμφανίζονται ως συμβατοί με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
– Μέλος αρμόδιο για ζητήματα έκδοσης αδειών φέρεται να αναλάμβανε την προώθηση και διεκπεραίωση υποθέσεων που αφορούσαν οικοδομικές άδειες και συναφείς διοικητικές πράξεις, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος.
– Μέλος αρμόδιο για υποθέσεις αυθαίρετων κατασκευών φέρεται να παρενέβαινε σε διαδικασίες ελέγχου, τακτοποίησης ή νομιμοποίησης αυθαιρέτων, παρέχοντας ευνοϊκή μεταχείριση έναντι αμοιβής.
– Μέλος με θέση ευθύνης σε υπηρεσιακό επίπεδο φέρεται να αναλάμβανε τη διαχείριση υποθέσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, διευκολύνοντας την έκδοση σχετικών διοικητικών πράξεων έναντι οικονομικού ανταλλάγματος.
– Ιδιώτης μηχανικός, μέλος της οργάνωσης, λειτουργούσε ως σύνδεσμος μεταξύ ενδιαφερομένων και των λοιπών μελών, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση υποθέσεων, τη μεταφορά αιτημάτων και, κατά περίπτωση, τη διακίνηση χρηματικών ποσών, ενώ φέρεται να συνέβαλλε και στη διαμόρφωση ευνοϊκών γνωμοδοτήσεων στο πλαίσιο συλλογικών διαδικασιών.
Χαρακτηριστικό της δράσης τους, όπως επισημαίνεται από την ΕΛΑΣ, ήταν η λήψη μέτρων αντιπαρακολούθησης. Ειδικότερα, απέφευγαν την ευθεία αναφορά σε χρηματικά ποσά κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες, χρησιμοποιούσαν διαδικτυακές εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων, ενώ για τα χρήματα χρησιμοποιούσαν κωδικές λέξεις, όπως «καφές», «εργαλεία», «σχέδια» και «χαρτιά».
Παράλληλα, για τον καθορισμό των παράνομων αμοιβών και την παραλαβή χρημάτων, προτιμούσαν διά ζώσης συναντήσεις σε χώρους που θεωρούσαν ασφαλείς, όπως καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, χώρους στάθμευσης και οχήματα.
Μέχρι στιγμής έχουν διακριβωθεί τουλάχιστον 29 περιπτώσεις δωροληψίας και παράβασης καθήκοντος, με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνταν να κυμαίνονται από 1.000 έως 30.000 ευρώ ανά περίπτωση.
Η αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε χθες το μεσημέρι, Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο αυτόφωρης πράξης δωροληψίας. Κατά τη διάρκεια αυτής, ένα από τα μέλη της οργάνωσης εντοπίστηκε να παραδίδει σε αρχηγικό μέλος φάκελο που περιείχε το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ. Ακολούθησε η άμεση επέμβαση των αστυνομικών, η σύλληψη των εμπλεκομένων και η διενέργεια ερευνών.
Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, γραφεία και στην κατοχή των κατηγορουμένων, συνολικά, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 334.895 ευρώ, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, εξωτερικός σκληρός δίσκος, ατζέντες, χειρόγραφες σημειώσεις και σύμβαση μίσθωσης θυρίδας θησαυροφυλακίου.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, η οποία άσκησε σε βάρος τους ποινική δίωξη και τους παρέπεμψε στον ανακριτή, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για την πλήρη αποτύπωση της έκτασης της εγκληματικής δραστηριότητας, τον εντοπισμό τυχόν επιπλέον εμπλεκομένων και τη διακρίβωση του συνολικού παράνομου οικονομικού οφέλους.
