Την χειρότερη περίοδο της ιστορίας του φαίνεται ότι διανύει ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος «τρέχει» με «σπασμένα φρένα» προς τον γκρεμό, την ώρα που ο Στέφανος Κασσελάκης αποδεικνύεται ανίκανος να βάλει τέλος σε αυτήν την «τρελή πορεία».
Ακόμα και την εποχή που το κόμμα της Κουμουνδούρου πάλευε για την είσοδό του στη Βουλή, έχοντας στην προεδρία του είτε την Μαρία Δαμανάκη, είτε τον Νίκο Κωνσταντόπουλο, είτε τον Αλέκο Αλαβάνο, δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή εικόνα.
Τότε, ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ (και στη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ) ήταν ένα κόμμα που είχε να ανταγωνιστεί το -κυρίαρχο στον χώρο της κεντροαριστεράς- ΠΑΣΟΚ, αλλά και το ΚΚΕ, με αποτέλεσμα τα ποσοστά του να είναι συμπιεσμένα. Σε θέματα ιδεολογίας όμως ήταν ένα κόμμα με δομές, αρχές και συγκεκριμένες θέσεις. Καμία σχέση με το σημερινό χάος που πολλές φορές δεν είναι ξεκάθαρο αν ακούς τον πρόεδρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς ή μεταφρασμένη ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ.
Κι αυτό το πρόβλημα ιδεολογικής τοποθέτησης είναι και το μεγαλύτερο ίσως που αντιμετωπίζει ο Στέφανος Κασσελάκης. Ακόμα και αν τα στελέχη αντικατασταθούν με νέες παρουσίες (άλλωστε και τον ίδιο τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ ελάχιστοι τον γνώριζαν πριν μερικούς μήνες), ο μέσος ψηφοφόρος έχει ανάγκη ένα ξεκάθαρο πρόγραμμα και μια σταθερή πολιτική τοποθέτηση προκειμένου να στηρίξει εκλογικά ένα κόμμα.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε και το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ επί της ουσίας δοξάζεται κρυπτόμενο. Δηλαδή, βλέπει τα ποσοστά του να ενισχύονται, όχι επειδή έχει παράξει κάποιο ουσιαστικό έργο ή έχει ασκήσει υπεύθυνη αντιπολίτευση (μάλλον περισσότερο αναλώνεται σε μία στείρα αντιπαράθεση με τον Κ. Μητσοτάκη), εκπέμπει όμως την εικόνα ενός κόμματος με αρχή, μέση και τέλος, που δημιουργεί μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους ψηφοφόρους της κεντροαριστεράς.
Η αποχώρηση κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και η επιβεβαίωση της βαθιάς κρίσης που έχει ριζώσει στο εσωτερικό της Κουμουνδούρου δεν απειλεί απλώς τα σχέδια του Στέφανου Κασσελάκη για την ανάληψη της πρωθυπουργίας αλλά θέτει επ’ αμφιβόλω ακόμα και τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και μάλιστα, όχι μετά τις επόμενες εκλογές αλλά ακόμα και άμεσα.
Αυτή τη στιγμή, μετά την αποχώρηση των 11 βουλευτών του, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μείνει με 36 έδρες, έναντι 32 του ΠΑΣΟΚ. Σύμφωνα όμως με πληροφορίες, ο Γιάννης Δραγασάκης έχει μεγάλη επιρροή σε σημερινούς βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και σε ενδεχόμενη αποχώρησή του μπορεί να τον ακολουθήσουν. Δεν θα πρέπει λοιπόν σε καμία περίπτωση να αποκλειστεί το ενδεχόμενο στο άμεσο μέλλον το κόμμα της Χαριλάου Τρικούπη να καταστεί δεύτερη δύναμη εντός του κοινοβουλίου και να αναλάβει εκείνο τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Εξάλλου, ακόμα και στελέχη και βουλευτές που έχουν παραμείνει στο κόμμα, όπως ο Γιάννης Ραγκούσης, η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, η Όλγα Γεροβασίλη, ο Αλέκος Φλαμπουράρης και ο Θανάσης Θεοχαρόπουλος, εκφράζονται πλέον εναντίον αποφάσεων του Στέφανου Κασσελάκη, αφήνοντας ταυτοχρόνως ανοιχτή την πόρτα της εξόδου. Ερωτηματικό αποτελεί ακόμα η στάση του Διονύση Τεμπονέρα, που αρνήθηκε να συμπεριληφθεί στον ομάδα του λεγόμενου «πρωινού καφέ» αλλά και αν θα συνεχίσει να… στηρίζει «ζεστά» τον Στέφανο Κασσελάκη -όπως έκανε στον δεύτερο γύρο των εσωκομματικών εκλογών- ο Νίκος Παππάς.
Δεν θα ήταν λοιπόν σε καμία περίπτωση αδόκιμο να πούμε ότι στη συγκεκριμένη φάση δεν μιλάμε για το τέλος μιας σχέσης, αυτής δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ με τα στελέχη του που αποχώρησαν, αλλά το τέλος ενός κόμματος, όπως τουλάχιστον εκείνο πρωταγωνίστησε τα τελευταία χρόνια στη πολιτική ζωή του τόπου.
