Ο υπουργός Επικρατείας, Μάκης Βορίδης, προχώρησε σε συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό «Αντέννα», στην οποία αναφέρθηκε σε σημαντικά πολιτικά ζητήματα. Ο κ. Βορίδης χαρακτήρισε τη διαγραφή του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά ως μια «δύσκολη απόφαση» και εξέφρασε την ελπίδα ότι αυτή η διαδικασία ανήκει πλέον στο παρελθόν.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την τοποθέτηση του υπουργού Άδωνι Γεωργιάδη για «κρυπτόμενους υπουργούς», ο κ. Βορίδης δήλωσε: «Ο καθένας πολιτεύεται με ό,τι θεωρεί σωστό και πώς θέλει να εκφραστεί». Τόνισε ότι δεν μπορεί να ασκήσει κριτική για τις επιλογές άλλων συναδέλφων του και πρόσθεσε πως η απόφαση ενός υπουργού να μιλήσει ή να μην μιλήσει για συγκεκριμένα θέματα είναι αποκλειστικά δική του. Ο υπουργός αναγνώρισε την ύπαρξη υπουργών που δεν έχουν εκφραστεί δημόσια, σημειώνοντας ότι σε κάθε κυβέρνηση υπάρχουν δύσκολα θέματα. Εξέφρασε την κατανόησή του για το γεγονός ότι κάποιοι υπουργοί μπορεί να επιλέγουν να μην ασχολούνται με αυτά.
Σε κάθε περίπτωση, δευτερεύουσα σημασία έχει το ποιος εκφράζει την κυβερνητική θέση, υπογράμμισε, αντιθέτως, «πρωτεύουσα σημασία έχει να ακουσθεί το επιχείρημα». Και, εν τέλει, «το μείζον είναι να εξηγείται, ειδικά στα δύσκολα θέματα, γιατί λαμβάνεται μια απόφαση». Σε κάθε περίπτωση, συμπλήρωσε, «στρατόπεδα δεν υπάρχουν, είμαστε όλοι ενωμένοι και συντεταγμένοι».
Επιπροσθέτως, δεν τίθεται «κανένα θέμα συνοχής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας (σ.σ. του κυβερνώντος κόμματος)» και, όπως είχε την ευκαιρία να επισημάνει σε άλλο σημείο της συνέντευξης, «η Κ.Ο. της ΝΔ, 5,5 χρόνια τώρα, μαχητικά και ενεργητικά όχι απλώς δια της ψήφου, αλλά με την παρουσία της στη Βουλή και στις δημόσιες συζητήσεις έχει στηρίξει την κυβερνητική πολιτική. Αδιαστίκτως και αδιαλείπτως».
Καθώς δε, η συζήτηση επανήλθε στον κ. Σαμαρά, ο υπουργός Επικρατείας διευκρίνισε ότι «άλλο πράγμα είναι η κατάθεση μιας απόψεως και άλλο αυτό το οποίο έγινε από την πλευρά του πρώην πρωθυπουργού». Ενώ διέψευσε πως ήταν εκείνος ο βασικός εισηγητής της διαγραφής του πρώην πρωθυπουργού.
Στη συνέχεια, όμως, ο κ. Βορίδης εστίασε στα θέματα που, χάριν συντομίας, αποκαλούνται «δεξιά ατζέντα». Η κυβέρνηση δεν έχει εγκαταλείψει τα θέματα που «απασχολούν και συνεγείρουν τον δεξιό ψηφοφόρο», διαβεβαίωσε και έφερε συγκεκριμένα παραδείγματα: Η παρούσα κυβέρνηση είναι αυτή που υλοποιεί «το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα των τελευταίων 30 ετών», ακόμη είναι αυτή που έχει «αυστηρότατη μεταναστευτική πολιτική, πολιτική μείωσης φορολογικών συντελεστών, πολιτική ενίσχυσης των επιχειρήσεων, πολιτική στήριξης επενδύσεων, πολιτική ενίσχυσης κατώτατου μισθού και ενίσχυσης των εισοδημάτων». Επιπροσθέτως, επί ημερών της κυβέρνησης της ΝΔ υπήρξε «20% αύξηση των συλλήψεων, αυστηροποίηση του Ποινικού Κώδικα, 10% αύξηση του πληθυσμού των κρατουμένων στις φυλακές». Ενώ σε ένα γενικότερο σχόλιο αναγνώρισε πως προφανώς και υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα, τα οποία και αντιμετωπίζονται χωρίς να λέγονται πομφόλυγες, παρατήρησε.
Στο σημείο αυτό της συνέντευξης τέθηκε υπ’ όψιν του υπουργού ένα ειδικό ζήτημα που σχετίζεται με όσους αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική προσέγγιση, υπάρχει η πιθανότητα, ο εργαζόμενος να αλλάζει φορολογική κλίμακα μετά την αύξηση, με αποτέλεσμα να βγαίνει τελικώς χαμένος. Από την πλευρά του, ο υπουργός υποσχέθηκε πως η κυβέρνηση θα κοιτάξει αν υπάρχουν τέτοια οριακά, σημειακά προβλήματα, που μπορεί να χρειάζονται διόρθωση.
Εν κατακλείδι, «σε μια δύσκολη συνθήκη, τα πράγματα βελτιώνονται. Δεν είπαμε ότι ήρθε ο παράδεισος επί της γης, είπαμε ότι τα πράγματα κάθε μέρα βελτιώνονται».
