Η πολιτική θερμοκρασία στο εσωτερικό της κυβερνώσας παράταξης διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, με τον απόηχο της ηχηρής παρέμβασης των πέντε βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας να προκαλεί ισχυρές αναταράξεις στο κυβερνητικό οικοδόμημα. Βλέπουμε την εξέλιξη αυτής της ενδοκυβερνητικής δυναμικής, η οποία δεν αποτελεί μια απλή «γκρίνια» στους διαδρόμους της Βουλής, αλλά μια δομική, δημόσια αμφισβήτηση του ίδιου του μοντέλου διακυβέρνησης.
Τον ρόλο του άτυπου εκφραστή αυτής της κίνησης ανέλαβε ο πρώην υπουργός και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Γιάννης Οικονόμου. Μέσα από στοχευμένες δημόσιες τοποθετήσεις του, επιχείρησε να αποσαφηνίσει τις πραγματικές προθέσεις των «5», χαμηλώνοντας μεν τους τόνους μιας άμεσης ρήξης, αλλά διατηρώντας ακέραιη την ουσία της κριτικής τους: το επιτελικό κράτος, όπως λειτουργεί σήμερα, απαιτεί άμεση αναθεώρηση.
Η Ανεπάρκεια του Επιτελικού Κράτους στην «Κανονικότητα»
Ο κ. Οικονόμου, αξιοποιώντας στο έπακρο τη βιωματική του σχέση με τη δημόσια διοίκηση και την κυβερνητική του εμπειρία, παραδέχθηκε πως ο στενός συγκεντρωτισμός του Μαξίμου υπήρξε χρήσιμος, έως και επιβεβλημένος, κατά την περίοδο των αλλεπάλληλων κρίσεων (όπως η πανδημία και το ενεργειακό). Ωστόσο, έριξε το πολιτικό του βάρος επισημαίνοντας με νόημα ότι το ίδιο μοντέλο «δεν φάνηκε επαρκές σε συνθήκες κανονικότητας».
Αυτή η διαπίστωση αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του προβληματισμού της «γαλάζιας» Κ.Ο. Η περίοδος των επτά ετών διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας έχει δημιουργήσει παθογένειες που χρήζουν άμεσης διόρθωσης. Σύμφωνα με τον βουλευτή, είναι πλέον η ώρα να προωθηθούν βαθιές θεσμικές αλλαγές, χωρίς ωστόσο να απαξιώνονται τα θετικά βήματα που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια.
Η Απαξίωση του Κοινοβουλευτικού Έργου και το Φάντασμα του ΟΠΕΚΕΠΕ
Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της παρέμβασης αφορά τη συστηματική υποβάθμιση του ρόλου των εκλεγμένων αντιπροσώπων. «Το βασικό είναι η βάση: τι βουλευτές θέλουμε, τι εργαλεία τους δίνουμε, τι ρόλο θέλουμε να παίξουν;» αναρωτήθηκε ο κ. Οικονόμου, απηχώντας τη γενικευμένη δυσφορία των συναδέλφων του. Οι βουλευτές αισθάνονται ότι λειτουργούν απλώς ως ιμάντες μεταβίβασης αποφάσεων που λαμβάνονται ερήμην τους.
Η καταστροφική διαχείριση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ και τα αλλεπάλληλα αιτήματα άρσης ασυλίας γαλάζιων βουλευτών αποτέλεσαν τη θρυαλλίδα των εξελίξεων. Οι εκλεγμένοι καλούνται να επωμιστούν το πολιτικό κόστος και να ελεγχθούν νομικά για διοικητικές αστοχίες οργανισμών, τη στιγμή που οι διορισμένοι τεχνοκράτες του επιτελικού κράτους βρίσκονται στο απυρόβλητο.
«Δεν Κάνουμε Αντιπολίτευση, Βοηθάμε την Παράταξη»
Προκειμένου να αποφύγει την πολιτική ετικέτα του «εσωκομματικού αντάρτη», ο κ. Οικονόμου έσπευσε να ξεκαθαρίσει το τοπίο λειτουργώντας πυροσβεστικά. Τόνισε κατηγορηματικά ότι η κοινή επιστολή δεν συνιστά πράξη εσωκομματικής αντιπολίτευσης, ούτε αποτελεί νοσταλγική επιστροφή σε πελατειακά μοντέλα του παρελθόντος. «Δεν μπορεί κάθε φορά που κατατίθεται μια άποψη να ψάχνει κανείς να βρει τρίτες και τέταρτες σκέψεις. Δεν είναι αυτή η πρόθεσή μας» ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι μοναδικός γνώμονας είναι η κατάθεση ενός ειλικρινούς προβληματισμού για να βοηθηθεί συνολικά η παράταξη.
Το μήνυμα εστάλη και είναι απολύτως σαφές: οι βουλευτές διεκδικούν ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης που θα φέρει τα κέντρα λήψης αποφάσεων πολύ πιο κοντά στην κοινωνία και πολύ πιο μακριά από τα κλειστά γραφεία των συμβούλων. Το αν το Μέγαρο Μαξίμου θα «διαβάσει» παραγωγικά αυτόν τον προβληματισμό ή αν θα επιλέξει να τον προσπεράσει, θα κρίνει εν πολλοίς τη σταθερότητα της κυβέρνησης το προσεχές διάστημα.
