Το 16ο Τακτικό Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, το οποίο άνοιξε σήμερα σε μια περίοδο έντονης πολιτικής ρευστότητας, δεν είχε απλώς τον τυπικό, εθιμοτυπικό χαρακτήρα μιας εσωκομματικής σύναξης. Στην πραγματικότητα, αποτέλεσε την ανεπίσημη αλλά εξαιρετικά ηχηρή έναρξη της μακράς, στρατηγικής προεκλογικής εκστρατείας για τις εθνικές κάλπες του 2027. Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, από το βήμα του συνεδρίου, επέλεξε να ξεδιπλώσει τον πλήρη πολιτικό του χάρτη, θέτοντας ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές, τον απόλυτο και ιστορικό του στόχο: τη διεκδίκηση μιας τρίτης, συνεχόμενης κυβερνητικής θητείας.
Επρόκειτο αδιαμφισβήτητα για μια τοποθέτηση προσεκτικά δομημένη επικοινωνιακά, γεμάτη από τη σιγουριά του πολιτικού κυρίαρχου. Ωστόσο, εάν αυτή η ομιλία διαβαστεί κριτικά και πίσω από τις γραμμές των χειροκροτημάτων, αποκαλύπτει τις βαθιές, υπαρξιακές αγωνίες του Μεγάρου Μαξίμου. Αγωνίες απέναντι στη φυσιολογική αλλά ραγδαία φθορά της εξουσίας, στην εντεινόμενη δυσαρέσκεια της κοινωνίας για το αβάσταχτο κόστος διαβίωσης και στην επιτακτική ανάγκη εφεύρεσης ενός νέου, πραγματικά πειστικού αφηγήματος που δεν θα βασίζεται πλέον μόνο στα φαντάσματα του παρελθόντος.
Το όραμα για την Ελλάδα του 2030 και η επίκληση ενός παρωχημένου φόβου
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επιχειρώντας να προσπεράσει τον επικίνδυνο σκόπελο της τρέχουσας, εξαιρετικά πιεστικής καθημερινότητας για τους πολίτες, προέβαλε με έμφαση το όραμα για την «Ελλάδα του 2030». Το κεντρικό του πολιτικό επιχείρημα για την επόμενη μέρα συμπυκνώθηκε στην εξής χαρακτηριστική φράση: «Μια τρίτη τετραετία σημαίνει ότι δεν θα ρισκάρουμε να γυρίσουμε τρεις τετραετίες πίσω».
Διαπιστώνουμε ότι ο πρωθυπουργός παίζει ταυτόχρονα, αλλά με μειωμένη πλέον πειστικότητα, το χαρτί της προσδοκίας και το χαρτί του φόβου. Από τη μία πλευρά, υπόσχεται την πλήρη σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, υψηλότερους μισθούς, περαιτέρω ψηφιοποίηση και θεσμικό εκσυγχρονισμό του κράτους. Από την άλλη, επιχειρεί να ενεργοποιήσει ξανά τα αντανακλαστικά βαθιάς ανασφάλειας των μετριοπαθών, κεντρώων ψηφοφόρων, υπενθυμίζοντας εμμέσως το τραυματικό 2015.
Εδώ ακριβώς, όμως, εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη ρωγμή του αφηγήματος. Οι πολίτες σήμερα δεν συγκρίνουν πλέον τη ζωή τους με το 2015, το οποίο απέχει πάνω από μια δεκαετία. Τη συγκρίνουν με τις υποσχέσεις που έλαβαν οι ίδιοι το 2019 και το 2023. Όταν ο πρωθυπουργός μιλά με πάθος για το 2030, οι ψηφοφόροι αναρωτιούνται γιατί βασικά, δομικά προβλήματα παραμένουν άλυτα μετά από επτά ολόκληρα χρόνια απόλυτης, μονοκομματικής πολιτικής ηγεμονίας. Η ασφυκτική στεγαστική κρίση που πλήττει τους νέους, η αποσάθρωση και υποστελέχωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) και η αμείλικτη, επιμένουσα ακρίβεια στα ράφια των σούπερ μάρκετ, δεν μπορούν να κρυφτούν κάτω από το χαλί των μελλοντικών υποσχέσεων. Η επαγγελία ενός λαμπρού, ψηφιακού μέλλοντος κινδυνεύει να ακουστεί ως επικίνδυνη υπεκφυγή, εάν δεν συνοδεύεται από άμεσα, χειροπιαστά και τολμηρά αποτελέσματα στο παρόν.

Η ανάδειξη του Νίκου Ανδρουλάκη σε κεντρικό αντίπαλο: Τα ρίσκα της νέας στρατηγικής
Ίσως το πιο ενδιαφέρον, αποκαλυπτικό και στρατηγικά μελετημένο σημείο της ομιλίας του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν η επίσημη αλλαγή του κεντρικού πολιτικού διλήμματος. Αναφερόμενος στις επόμενες εθνικές κάλπες, ο πρωθυπουργός δήλωσε με νόημα: «Στις κάλπες το δίλημμα δεν είναι Μητσοτάκης ή χάος, αλλά Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή οποιοσδήποτε άλλος».
Η φράση αυτή αποτελεί την επισημοποίηση μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας από την πλευρά του κυβερνώντος κόμματος. Με τον ΣΥΡΙΖΑ πολιτικά και οργανωτικά αποδομημένο, να σπαράσσεται από εσωστρέφεια, το παλαιό αφήγημα του «αντισυστημικού χάους» δεν πείθει, πλέον, ούτε τους πιο φανατικούς ψηφοφόρους. Συνεπώς, ο πρωθυπουργός αναβαθμίζει συνειδητά, σχεδόν εργαλειακά, τον Νίκο Ανδρουλάκη και το ΠΑΣΟΚ στον ρόλο του βασικού, θεσμικού του αντιπάλου.
Γιατί επιλέγει αυτή την τακτική; Πρώτον, διότι το επιτελείο του εκτιμά βαθιά ότι, σε μια απευθείας, μετωπική σύγκριση διαχειριστικής επάρκειας και πρωθυπουργικού προφίλ, ο κ. Μητσοτάκης υπερέχει συντριπτικά έναντι του προέδρου του ΠΑΣΟΚ στα μάτια των κεντρώων ψηφοφόρων. Δεύτερον, στοχοποιώντας διαρκώς τη Χαριλάου Τρικούπη, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να πολώσει τεχνητά το πολιτικό κλίμα, προκειμένου να επαναπατρίσει όσους κεντρώους ψηφοφόρους φλερτάρουν με το ΠΑΣΟΚ λόγω της κυβερνητικής φθοράς.
Αυτό, ωστόσο, αποτελεί ένα τεράστιο πολιτικό και στρατηγικό ρίσκο. Αναδεικνύοντας τον Νίκο Ανδρουλάκη ως τον μοναδικό, αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο, ο κ. Μητσοτάκης του προσδίδει δωρεάν το θεσμικό ανάστημα που το ΠΑΣΟΚ πάσχιζε απεγνωσμένα να χτίσει τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, υπάρχει ένα τεράστιο, επικίνδυνο «τυφλό σημείο» σε αυτή την επιλογή: ο πρωθυπουργός στην ομιλία του υποβάθμισε εντελώς την τεράστια πολιτική πίεση που δέχεται η Νέα Δημοκρατία από τα δεξιά της. Κλείνοντας το μάτι αποκλειστικά στο πολιτικό Κέντρο, αφήνει πρακτικά ανοχύρωτο το δεξιό, συντηρητικό του πλευρό. Εκεί ακριβώς, κόμματα με έντονη αντισυστημική ή υπερσυντηρητική ρητορική καταγράφουν ήδη ανησυχητικά, διψήφια ποσοστά, κεφαλαιοποιώντας τη δυσαρέσκεια για κοινωνικά ζητήματα.

Ο κίνδυνος της αλαζονείας, η φθορά της εξουσίας και το κυβερνητικό σύνδρομο
Ένα συνέδριο ενός ισχυρού κυβερνώντος κόμματος, έπειτα από επτά χρόνια αδιάλειπτης εξουσίας, ελλοχεύει πάντα τον κίνδυνο να μετατραπεί σε έναν αποστειρωμένο, κλειστό θάλαμο αντήχησης. Έναν χώρο όπου οι υπουργοί και τα στελέχη χειροκροτούν απλώς ο ένας τον άλλον, αγνοώντας επιδεικτικά τον θόρυβο, τον θυμό και την απελπισία του δρόμου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης φάνηκε να το αναγνωρίζει αυτό, γι’ αυτό και στην ομιλία του ζήτησε μετ’ επιτάσεως από τα κυβερνητικά και κομματικά στελέχη να αποφύγουν τις παγίδες της αλαζονείας, να παραμείνουν γειωμένοι στην κοινωνία και να μην θεωρούν ποτέ την ψήφο των πολιτών ως δεδομένη.
Η πάταξη της αλαζονείας και η ενσυναίσθηση δεν επιτυγχάνονται με ρητορικές νουθεσίες και ευχολόγια από το βήμα ενός συνεδρίου, αλλά αποδεικνύονται μέσα από το καθημερινό ύφος, το ήθος και τις πράξεις της διακυβέρνησης. Όταν οι πολίτες παρακολουθούν κορυφαίους υπουργούς να αποφεύγουν συστηματικά την ανάληψη ουσιαστικής πολιτικής ευθύνης για διαδοχικές κρίσεις, ή όταν αισθάνονται στο πετσί τους ότι η κρατική μηχανή και η δικαιοσύνη λειτουργούν με δύο ταχύτητες, μία ελαστική για τους ισχυρούς και μία τιμωρητική για τους αδύναμους, η έννοια της «κυβερνητικής αλαζονείας» έχει ήδη εμπεδωθεί βαθιά στη συλλογική συνείδηση.
Η Νέα Δημοκρατία του σήμερα μοιάζει συχνά με μια καλοκουρδισμένη μεν, αλλά εμφανώς κουρασμένη εκλογική μηχανή, η οποία πάσχει από αυτό που στην πολιτική ορολογία ονομάζεται «κόπωση υλικού». Το υπουργικό συμβούλιο έχει ανασχηματιστεί τόσες πολλές φορές, με απλές ανακυκλώσεις των ίδιων προσώπων, που οι αλλαγές δεν παράγουν πλέον κανένα νέο πολιτικό κεφάλαιο ή κοινωνική δυναμική. Η ιστορική διεκδίκηση της τρίτης τετραετίας απαιτεί βαθιές, ριζικές, σχεδόν επώδυνες τομές, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν ήδη δρομολογηθεί, και όχι απλώς να εξαγγέλλονται σε πανηγυρικό τόνο.
Οι κάλπες κρίνονται στην κοινωνία
Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο 16ο Τακτικό Συνέδριο ήταν αναμφίβολα ένα άρτιο, επαγγελματικό και τακτικά μελετημένο πολιτικό μανιφέστο. Επιχείρησε να δώσει έναν νέο, καθαρό χρονικό ορίζοντα (2030), επέλεξε έξυπνα τον πιο βολικό για εκείνον θεσμικό αντίπαλο (ΠΑΣΟΚ) και προσπάθησε να συσπειρώσει τη χαλαρή κομματική του βάση επισείοντας ξανά τον κίνδυνο του οπισθοδρομικού πισωγυρίσματος.
