Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι μετάβασης. Μετά από μια μακρά περίοδο διαχείρισης αλλεπάλληλων κρίσεων, από τα μνημόνια και την πανδημία, έως την παγκόσμια ενεργειακή και πληθωριστική θύελλα, η κυβέρνηση επιχειρεί πλέον να χαράξει έναν καθαρό, μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Στα γραφεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η προετοιμασία για την επόμενη τετραετία έχει ήδη ξεκινήσει, με στόχο τη δημιουργία ενός ανθεκτικού παραγωγικού μοντέλου έως το 2030.
Σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες και τις συγκλίνουσες αναλύσεις του οικονομικού Τύπου, το Μέγαρο Μαξίμου επεξεργάζεται ένα ολιστικό πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων. Το πακέτο αυτό δεν αποτελεί απλώς μια συρραφή προεκλογικών ή βραχυπρόθεσμων παροχών, αλλά έναν δομικό μετασχηματισμό του φορολογικού συστήματος. Ο πρωθυπουργός αναμένεται να χρησιμοποιήσει το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) τον ερχόμενο Σεπτέμβριο ως την ιδανική πλατφόρμα για να παρουσιάσει αυτόν τον αναλυτικό οδικό χάρτη, στέλνοντας παράλληλα ένα ξεκάθαρο μήνυμα σταθερότητας στις διεθνείς αγορές.
Η μεγάλη επιστροφή της επιχειρηματικότητας: Φόρος στο 20% και τέλος επιτηδεύματος
Ο κεντρικός πυρήνας της νέας οικονομικής φιλοσοφίας εδράζεται στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, προκειμένου να καταστεί η χώρα ελκυστικός προορισμός για Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ), αλλά και να τονωθεί η ρευστότητα των μικρομεσαίων παικτών της αγοράς.
Η πλέον εμβληματική κίνηση που βρίσκεται στο κυβερνητικό τραπέζι είναι η οριστική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα. Πρόκειται για έναν φόρο με καθαρά «μνημονιακό» DNA, ο οποίος επιβλήθηκε το 2011 στις πιο σκοτεινές ημέρες της ελληνικής χρεοκοπίας ως μια οριζόντια, απέλπιδα προσπάθεια αύξησης των δημοσίων εσόδων. Εδώ και χρόνια, ο επιχειρηματικός κόσμος καταγγέλλει το τέλος επιτηδεύματος ως έναν άδικο κεφαλικό φόρο, ο οποίος επιβάλλεται ανεξαρτήτως κερδοφορίας, λειτουργώντας ως τροχοπέδη για την ίδρυση νέων εταιρειών. Η διαγραφή του από τον φορολογικό χάρτη έχει τεράστια ψυχολογική και πρακτική αξία.
Παράλληλα, το σχέδιο περιλαμβάνει τη γενναία αποκλιμάκωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρηματικών κερδών. Η πρόθεση του οικονομικού επιτελείου είναι η μείωση του συντελεστή από το σημερινό 22% στο 20%. Μια τέτοια παρέμβαση δεν θα απελευθερώσει απλώς κρίσιμα κεφάλαια για επανεπενδύσεις, αλλά θα τοποθετήσει την Ελλάδα σε μια εξαιρετικά ανταγωνιστική θέση εντός του ευρωπαϊκού και βαλκανικού χάρτη φορολογίας επιχειρήσεων. Τέλος, στον σχεδιασμό εντάσσεται και η συρρίκνωση της προκαταβολής φόρου για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), μια κίνηση που λειτουργεί ως «οξυγόνο» για τη ρευστότητα σε περιόδους υψηλών επιτοκίων.
Ελεύθεροι επαγγελματίες: Η ψηφιοποίηση βάζει τίτλους τέλους στα τεκμήρια
Ίσως η πιο ηχηρή κοινωνικά και πολιτικά παρέμβαση αφορά το ελεύθερο επάγγελμα. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι, οι οποίοι δοκιμάστηκαν σκληρά από το πρόσφατο πλαίσιο τεκμαρτής φορολόγησης, φαίνεται πως θα δουν μια πλήρη ανατροπή των δεδομένων έως το 2027.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση σχεδιάζει την πλήρη κατάργηση του συστήματος του τεκμαρτού προσδιορισμού εισοδήματος. Αν και το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε με στόχο την πάταξη της ενδημικής φοροδιαφυγής σε συγκεκριμένους κλάδους, επικρίθηκε έντονα για τον οριζόντιο χαρακτήρα του που συχνά έπληττε επαγγελματίες με πραγματικά χαμηλά εισοδήματα. Γιατί, όμως, το υπουργείο Οικονομικών νιώθει πλέον την αυτοπεποίθηση να αποσύρει αυτό το δίχτυ ασφαλείας των εσόδων;
Η απάντηση βρίσκεται στον ταχύτατο ψηφιακό μετασχηματισμό της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Η καθολική εφαρμογή του ηλεκτρονικού συστήματος myDATA, η υποχρεωτική διασύνδεση όλων των ταμειακών μηχανών με τα τερματικά POS, η καθιέρωση του ψηφιακού δελτίου αποστολής και η ραγδαία εξάπλωση των άμεσων πληρωμών μέσω του συστήματος IRIS, παρέχουν πλέον στους ελεγκτικούς μηχανισμούς μια κρυστάλλινη, real-time εικόνα για τον τζίρο κάθε επιχείρησης. Η ψηφιακή διασταύρωση καθιστά τα «τεκμήρια» τεχνολογικά παρωχημένα. Αν και το δημοσιονομικό κόστος από την κατάργησή τους υπολογίζεται σε περίπου 600 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, το επιτελείο θεωρεί ότι η απώλεια αυτή θα υπερκαλυφθεί από την οργανική αύξηση της δηλωθείσας φορολογητέας ύλης.
Η μάχη των εισοδημάτων: Οδικός χάρτης για κατώτατο μισθό στα 950 ευρώ
Ο ανασχεδιασμός της οικονομίας δεν μπορεί να σταθεί εάν δεν συνοδεύεται από την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, η οποία δέχθηκε ισχυρότατα πλήγματα τα προηγούμενα χρόνια λόγω της παγκόσμιας πληθωριστικής κρίσης. Ο κορμός της κυβερνητικής κοινωνικής πολιτικής παραμένει η μισθολογική ενίσχυση.
Στον οδικό χάρτη της νέας τετραετίας κλειδώνει η δέσμευση για περαιτέρω, σταθερές και προβλέψιμες αυξήσεις του κατώτατου μισθού, με τον τελικό στόχο να σπάει το ψυχολογικό και πρακτικό φράγμα των 950 ευρώ μεικτά έως το 2027. Η προσέγγιση αυτή ακολουθεί τις ευρωπαϊκές οδηγίες για επαρκείς κατώτατους μισθούς, ενώ παράλληλα ασκεί ανοδική πίεση και στους μέσους μισθούς του ιδιωτικού τομέα (spillover effect). Οι οικονομικοί αναλυτές σημειώνουν ότι η επιτυχία αυτού του στόχου, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ανταγωνιστικότητα, βασίζεται απόλυτα στην παράλληλη μείωση των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών, προκειμένου να μην εκτιναχθεί το μη μισθολογικό κόστος για τις επιχειρήσεις.
Ακίνητα και στεγαστική κρίση: Στο μικροσκόπιο ο ΕΝΦΙΑ και η φορολογία ενοικίων
Στο κάδρο των μεγάλων παρεμβάσεων εισέρχεται δυναμικά η αγορά ακινήτων, η οποία συνδέεται άμεσα με τη νούμερο ένα κοινωνική πρόκληση της εποχής: τη στεγαστική κρίση και το δυσθεώρητο κόστος ενοικίασης και απόκτησης κατοικίας.
Η κυβέρνηση αναζητά τον κατάλληλο δημοσιονομικό χώρο για νέες, στοχευμένες μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ. Πέραν αυτού, όμως, μια από τις πιο ρηξικέλευθες σκέψεις αφορά την αναμόρφωση της κλίμακας φορολόγησης του εισοδήματος από ενοίκια. Σήμερα, τα εισοδήματα από ακίνητα φορολογούνται αυτοτελώς με υψηλούς συντελεστές (15% για τα πρώτα 12.000 ευρώ, 35% για το επόμενο κλιμάκιο και 45% για εισοδήματα άνω των 35.000 ευρώ).
Η διατήρηση αυτής της βαριάς φορολογίας αποτελεί σοβαρό αντικίνητρο. Οι ειδικοί της κτηματαγοράς εκτιμούν ότι μια γενναία ελάφρυνση ή η παροχή στοχευμένων εκπτώσεων φόρου σε όσους διαθέτουν τα ακίνητά τους για μακροχρόνια μίσθωση, θα λειτουργήσει ως ισχυρό δέλεαρ για τους ιδιοκτήτες. Ο στόχος είναι να «ξεκλειδώσουν» δεκάδες χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα, αυξάνοντας την προσφορά στην αγορά και πιέζοντας τις τιμές των ενοικίων προς τα κάτω, προσφέροντας έτσι ανακούφιση σε νέα ζευγάρια και φοιτητές.
Η δημοσιονομική εξίσωση: Πού θα βρεθούν τα 2 δισ. ευρώ
Όλες οι παραπάνω εξαγγελίες συνθέτουν ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εθνικό αφήγημα. Το απόλυτο ερώτημα, ωστόσο, που τίθεται από τους αυστηρούς παρατηρητές των Βρυξελλών και τους οίκους αξιολόγησης είναι η χρηματοδότηση. Πώς θα καλυφθεί το κόστος αυτών των μειώσεων χωρίς να επιστρέψει η χώρα στην εποχή των θηριωδών δημοσιονομικών ελλειμμάτων;
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας εκτιμά ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για παρεμβάσεις μόνο για το 2027 θα προσεγγίσει ή και θα ξεπεράσει τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο ζωτικός αυτός χώρος δεν θα δημιουργηθεί μέσω επικίνδυνου δανεισμού. Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς, θα προέλθει από δύο απολύτως υγιείς πηγές:
-
Το μέρισμα της ανάπτυξης: Η διατήρηση των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δημιουργεί φυσικά αυξημένα κρατικά έσοδα, χωρίς να χρειάζεται η επιβολή νέων φόρων.
-
Η ψηφιακή πάταξη της φοροδιαφυγής: Όπως προαναφέρθηκε, ο περιορισμός της παραοικονομίας αποδίδει πλέον μετρήσιμους καρπούς. Η διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω των ηλεκτρονικών συναλλαγών «γεμίζει» τα κρατικά ταμεία με κεφάλαια που στο παρελθόν παρέμεναν αδήλωτα.
Το πολυετές σχέδιο του οικονομικού επιτελείου αποδεικνύει μια σαφή πρόθεση να εγκαταλειφθεί οριστικά η νοοτροπία των έκτακτων, προεκλογικών επιδομάτων, τα οποία απλώς ανακυκλώνουν τη μιζέρια, χωρίς να δημιουργούν πλούτο. Η στροφή σε μόνιμες, θεσμικές μειώσεις φόρων αποτελεί το κλειδί για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την οικοδόμηση μιας στιβαρής μεσαίας τάξης.
