Το οικονομικό επιτελείο ετοιμάζεται να αναθεωρήσει τη στρατηγική του για τα στεγαστικά προγράμματα, καθώς τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν έντονη ανισορροπία. Το «Ανακαινίζω Νοικιάζω» μέσα σε λίγους μήνες απορρόφησε σχεδόν το 100% του προϋπολογισμού του, συγκεντρώνοντας περισσότερες από 6.000 αιτήσεις. Αντίθετα, το «Αναβαθμίζω το σπίτι μου», παρά τα 400 εκατ. ευρώ που διαθέτει, έχει μόλις 2.670 αιτήσεις.
Γιατί «τρέχει» το Ανακαινίζω Νοικιάζω
Η επιτυχία του «Ανακαινίζω Νοικιάζω» αποδίδεται στη δομή του: απλή διαδικασία, προκαταβολή έως 50% και επιδότηση που φτάνει τα 13.500 ευρώ για ανακαινίσεις κενών ακινήτων που θα διατεθούν για μίσθωση τουλάχιστον τριών ετών. Ο εισοδηματικός κόφτης των 40.000 ευρώ δεν αποτέλεσε τροχοπέδη, με αποτέλεσμα το πρόγραμμα να χαρακτηρίζεται ήδη πετυχημένο. Ωστόσο, το μεγάλο «αγκάθι» είναι η ταχύτατη εξάντληση των κονδυλίων που δεν αφήνει περιθώρια για νέες αιτήσεις.
Γιατί μένει πίσω το Αναβαθμίζω το σπίτι μου
Αντίθετα, το «Αναβαθμίζω το σπίτι μου» προσφέρει μηδενικό επιτόκιο για το μεγαλύτερο μέρος του δανείου και πλήρη επιδότηση επιτοκίου για το υπόλοιπο, χωρίς καμία εισφορά. Ωστόσο, επειδή βασίζεται στον δανεισμό και όχι στην άμεση επιχορήγηση, το ενδιαφέρον του κοινού παραμένει περιορισμένο. Με απλά λόγια, οι πολίτες προτιμούν το «ζεστό χρήμα» των επιδοτήσεων έναντι των άτοκων δανείων, ακόμα κι αν αυτά είναι ευνοϊκά.
Η πρόκληση της μεταφοράς κονδυλίων
Το μεγάλο ερώτημα για το οικονομικό επιτελείο είναι αν μπορούν τα αδιάθετα κονδύλια του «Αναβαθμίζω» να διοχετευτούν στο «Ανακαινίζω Νοικιάζω». Το σενάριο μοιάζει ιδανικό, όμως επειδή πρόκειται για πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, οι διαδικασίες είναι πολύπλοκες και δεν είναι βέβαιο ότι θα εγκριθούν.
Στόχος: Μισθώσεις και μείωση ενοικίων
Η κυβέρνηση θέλει να δώσει έμφαση σε δράσεις που θα επαναφέρουν στην αγορά μέρος των περίπου 600.000 κενών ακινήτων. Παράλληλα, φιλοδοξεί να ανακόψει την ανοδική πορεία των ενοικίων που πιέζει όλο και περισσότερο τα νοικοκυριά. Οι αποφάσεις που θα ανακοινωθούν στη ΔΕΘ θα δείξουν ποιο μοντέλο θα προκριθεί ως βασικό εργαλείο στεγαστικής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια.
