Στις 7 Φεβρουαρίου 2017 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 73 ετών, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ένας δημιουργός που μίλησε χαμηλόφωνα αλλά καθοριστικά σε μια ολόκληρη γενιά. Νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα στο νοσοκομείο Υγεία με λοίμωξη του αναπνευστικού και ο θάνατός του σκόρπισε βαθιά συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο κοινό που μεγάλωσε με τα τραγούδια του.
Με μισό χαμόγελο ειρωνικό και μισό τρυφερό, ο Κηλαηδόνης έστησε έναν μουσικό κόσμο όπου η καθημερινότητα γίνεται τραγούδι και το τραγούδι επιστρέφει στη ζωή για να τη φωτίσει αλλιώς. Χωρίς μεγάλες κορώνες, χωρίς στόμφο, αλλά με χιούμορ, απλότητα και αλήθεια.
Από την Κυψέλη στη μουσική επανάσταση των «Μικροαστικών»
Γεννημένος το καλοκαίρι του 1943 στην Αθήνα και μεγαλωμένος στην Κυψέλη, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης έζησε τα παιδικά του χρόνια μέσα στον πόλεμο και ανδρώθηκε στη δεκαετία του ’50, σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να ξαναβρεί την ελπίδα της. Ξεκίνησε πιάνο μόλις στα πέντε του χρόνια, όμως η πορεία του δεν ακολούθησε τον «εύκολο» δρόμο.
Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ, χωρίς όμως να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα. Η μουσική ήταν η πραγματική του ανάγκη. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 εμφανίζεται δισκογραφικά και, εν μέσω δικτατορίας, κυκλοφορεί τα εμβληματικά «Μικροαστικά» σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, σε κόκκινο βινύλιο. Ένας δίσκος που κυκλοφορούσε χέρι με χέρι πριν ακόμη πέσει η χούντα και έγινε σύμβολο μιας εποχής.
Η μουσική του, λιτή και παιγνιώδης, ισορροπούσε ανάμεσα στην τζαζ ανεμελιά και τη λαϊκή σοφία, αφήνοντας χώρο στον ακροατή να χωρέσει τη δική του ιστορία.
Ο «φτωχός και μόνος καουμπόι» και το ελληνικό Γούντστοκ
Ο ίδιος αγαπούσε να αυτοαποκαλείται «φτωχός και μόνος καουμπόι», τίτλος που έδωσε και στον ομώνυμο δίσκο του το 1978, τον πρώτο όπου συνθέτει, γράφει και ερμηνεύει ο ίδιος τα τραγούδια του. Παράλληλα, έντυσε μουσικά τον «Θίασο» του Θόδωρος Αγγελόπουλος, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα και στον κινηματογράφο.
Το καλοκαίρι του 1983, άλλαξε για πάντα τον χάρτη των συναυλιών στην Ελλάδα. Στην πλαζ του ΕΟΤ στη Βουλιαγμένη, ο Κηλαηδόνης διοργάνωσε μια ανεπανάληπτη συναυλία, που έμεινε γνωστή ως το ελληνικό Γούντστοκ. Πάνω από 50.000 άνθρωποι κατέκλυσαν την παραλία, κάποιοι έφτασαν ακόμη και κολυμπώντας, για να ζήσουν μια βραδιά ελευθερίας, μουσικής και συλλογικής εμπειρίας.
Στη σκηνή, πλάι του, ανέβηκαν καλλιτέχνες όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Γιώργος Νταλάρας, σε μια συναυλία που έγραψε ιστορία και συζητιέται μέχρι σήμερα.
«Ήταν έρωτας κεραυνοβόλος» – Ο γάμος με την Άννα Βαγενά
Η προσωπική ζωή του Λουκιανός Κηλαηδόνης ήταν άρρηκτα δεμένη με τη δημιουργία του. Στα γυρίσματα της ταινίας «Το προξενιό της Άννας», στις 22 Ιουλίου 1972, γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, την Άννα Βαγενά. Όπως έχει αφηγηθεί η ίδια, ήταν ένας έρωτας κεραυνοβόλος, που εξελίχθηκε γρήγορα σε κοινή πορεία ζωής και δημιουργίας.
«Ήταν πολύ μεγάλος έρωτας. Αυτό που λέμε κεραυνοβόλος», έχει πει η Άννα Βαγενά, περιγράφοντας μια σχέση που ωρίμασε μέσα στα χρόνια, χωρίς να χάσει ποτέ την ουσία της.
Ο γάμος τους έγινε στις 5 Μαΐου 1977, στα Αμπελάκια, με έναν τρόπο απλό και βαθιά ανθρώπινο, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο Λουκιανός. «Ήταν ένας πολύ ωραίος και χαρούμενος γάμος. Έγινε μεσημέρι στον Άγιο Γεώργιο και μετά γυρίσαμε στο χωριό με τα πόδια. Ο κόσμος μας πετούσε λουλούδια από τα μπαλκόνια», θυμάται η Άννα Βαγενά.
Το γλέντι κράτησε μέχρι το βράδυ, στην πλατεία του χωριού, ενώ ο γάμος τους, όπως η ίδια αποκάλυψε αργότερα, δεν δηλώθηκε ποτέ στο ληξιαρχείο. «Έμεινε μόνο στο βιβλίο της εκκλησίας. Γι’ αυτό είναι ένας γάμος του Θεού και όχι των εντύπων», είχε πει, αποτυπώνοντας με μια φράση όλη τη φιλοσοφία ζωής τους.
Ο Λουκιανός της καρδιάς και της καθημερινότητας
Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης έζησε μακριά από τη λογική του σταρ. Αγάπησε την Αθήνα, ακόμα και όταν έβλεπε την ασχήμια και την πτώση της, και την έκανε τραγούδι, μνήμη και βίωμα.
Πήρε τις μικρές στιγμές, τις γειτονιές, τα θερινά σινεμά, τις παρέες και τα όνειρα των ανθρώπων και τα έντυσε με αέρινες μελωδίες. Δεν έγινε ποτέ ρετρό, γιατί δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρος. Τα τραγούδια του συνεχίζουν να μιλούν χαμηλόφωνα, αλλά σταθερά, σε όσους θέλουν να ακούσουν.
Από τα τραγούδια… μέχρι τα έδρανα της Βουλής
Η απήχηση του Λουκιανού Κηλαηδόνη δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στη μουσική σκηνή. Η επιρροή του ήταν τέτοια, που το όνομά του έφτασε ακόμη και στα έδρανα της Βουλής. Το 1980, σε συζήτηση για την Παιδεία, ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης αναφέρθηκε υποτιμητικά στον τραγουδοποιό, αποκαλώντας τον «Κελαηδόνη».
«Το πανεπιστήμιο έχει καταντήσει άσυλο για το συνέδριο του ΚΚΕ, για τις φυσικές ανάγκες μερικών και για τον Κελαηδόνη», είχε δηλώσει από το βήμα της Βουλής, προκαλώντας αντιδράσεις και έντονο σχολιασμό.
Η συγκεκριμένη αναφορά, αντί να πλήξει τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, λειτούργησε τελικά αντίστροφα. Τον κατέστησε ακόμη πιο εμβληματική φιγούρα για μια γενιά που έβλεπε στα τραγούδια του όχι απλώς μουσική, αλλά στάση ζωής. Έναν δημιουργό που χωρίς κραυγές και συνθήματα, κατάφερνε να αγγίζει κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, με χιούμορ, τρυφερότητα και βαθιά αλήθεια.
Ο Λουκιανός που έμεινε άνθρωπος
Είτε στη σκηνή, είτε στην παραλία της Βουλιαγμένης, είτε στο στόχαστρο πολιτικών σχολίων, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης δεν άλλαξε ποτέ. Παρέμεινε ο ίδιος άνθρωπος που έγραφε τραγούδια για τις μικρές στιγμές, τις παρέες, τις πόλεις και τα όνειρα.
Εννέα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο «φτωχός και μόνος καουμπόι» συνεχίζει να υπάρχει εκεί που πάντα ανήκε, στις ζωές των ανθρώπων που έμαθαν να βλέπουν την καθημερινότητα λίγο πιο φωτεινή, επειδή κάποτε την έκανε τραγούδι.
