Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) έδωσε στη δημοσιότητα, στις 24 Ιουλίου 2026, την περιοδική της έκδοση «Η Ελληνική Οικονομία», προσφέροντας έναν ολοκληρωμένο και αποκαλυπτικό χάρτη για την πορεία της χώρας. Το έγγραφο αυτό, το οποίο υπογράφει ο Πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ Αθανάσιος Κατσής, περιλαμβάνει μια σειρά από κρίσιμους δείκτες, παρουσιάζοντας νέα και αναθεωρημένα στοιχεία για τα μεγέθη της Γενικής Κυβέρνησης, το χρέος και τη βιομηχανία. Ως αναλυτές της δημόσιας πολιτικής, οφείλουμε να μελετήσουμε σε βάθος αυτούς τους δείκτες, προκειμένου να κατανοήσουμε την πραγματική εικόνα της εθνικής μας οικονομίας.
Σταθερή αλλά συγκρατημένη ανάπτυξη του ΑΕΠ
Ο κεντρικός δείκτης της οικονομικής δραστηριότητας, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), συνεχίζει την ανοδική του πορεία, αν και με πιο συγκρατημένους ρυθμούς σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία για το 2026, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ (σε σταθερές τιμές 2020) αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,1%, διατηρώντας ακριβώς το ίδιο επίπεδο με τα έτη 2024 και 2025. Σε απόλυτους αριθμούς, το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές προβλέπεται να αγγίξει τα 248,4 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, παρουσιάζοντας μια ετήσια αύξηση 4,9%.
Η ανάπτυξη αυτή δεν στηρίζεται πλέον τόσο δυναμικά στην ιδιωτική κατανάλωση. Παρατηρούμε ότι ο ρυθμός αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης υποχωρεί στο 2,0% για το 2026, από 2,4% το 2024. Αντιθέτως, η κινητήρια δύναμη της οικονομίας μετατοπίζεται στον Ακαθάριστο Σχηματισμό Πάγιου Κεφαλαίου, δηλαδή στις επενδύσεις, οι οποίες εκτινάσσονται με εντυπωσιακό ρυθμό 8,9% το 2025. Αυτή η θετική εξέλιξη στις επενδύσεις είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα και ανταγωνιστικότητα της χώρας. Παράλληλα, η δημόσια κατανάλωση, μετά τη μείωση κατά 2,6% το 2024, σημειώνει μια αναιμική άνοδο της τάξης του 0,3%.
Εστιάζοντας στα τριμηνιαία στοιχεία, βλέπουμε πως η οικονομία διατηρεί μια σταθερότητα. Το πρώτο τρίμηνο του 2026, το ΑΕΠ (εποχικά διορθωμένα στοιχεία) σημείωσε αύξηση 2,0% σε ετήσια βάση και 0,2% σε τριμηνιαία βάση.
Πληθωρισμός, ο επίμονος «βραχνάς» των νοικοκυριών
Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα εισοδήματα των νοικοκυριών και την αγοραστική τους δύναμη. Η μέση ετήσια μεταβολή του Εθνικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) εκτιμάται στο 2,5% για το 2025. Παρότι αυτό το νούμερο δείχνει μια αποκλιμάκωση από τα δυσθεώρητα ύψη του 9,6% το 2022, παραμένει μια σημαντική επιβάρυνση. Ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), ο οποίος χρησιμοποιείται για συγκρίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υπολογίζεται στο 2,9%.
Ωστόσο, το πλέον ανησυχητικό στοιχείο προκύπτει από τον Πυρήνα του Πληθωρισμού, δηλαδή τον δείκτη από τον οποίο εξαιρούνται οι ευμετάβλητες τιμές της διατροφής, των ποτών, του καπνού και της ενέργειας. Ο πυρήνας, ο οποίος αποτυπώνει τις πιο μόνιμες και δομικές πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία, παραμένει πεισματικά υψηλός, καταγράφοντας αύξηση 3,4% το 2025 (από 3,3% το 2024).
Αγορά εργασίας, συνεχής υποχώρηση της ανεργίας, αλλά…
Ένα από τα πιο αισιόδοξα ευρήματα της έκθεσης αφορά την πορεία της αγοράς εργασίας. Το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας αναμένεται να μειωθεί σημαντικά στο 8,9% το 2025. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, σηματοδοτώντας μια σαφή βελτίωση από το ποσοστό του 10,1% που καταγράφηκε το 2024. Η πτώση αυτή αποτυπώνεται καθαρά και στα τριμηνιαία στοιχεία του εργατικού δυναμικού: τον Μάρτιο του 2026, το ποσοστό ανεργίας για το σύνολο του πληθυσμού ήταν 10,6%, με 508.400 άτομα εκτός εργασίας, μειωμένο αισθητά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η απασχόληση (άτομα 15-89 ετών) στο ίδιο τρίμηνο αυξήθηκε κατά 1,6% ετησίως, αγγίζοντας τους 4.272.200 εργαζόμενους.
Ωστόσο, η έκθεση αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα όσον αφορά την ποιότητα των αμοιβών. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας, δηλαδή το μέσο κόστος ανά μονάδα προϊόντος, αυξάνεται κατά 2,3%. Την ίδια στιγμή, οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας ανά μισθωτό, αν και παρουσιάζουν ετήσια αύξηση 3,5% για το 2025, βρίσκονται σε χαμηλότερο ρυθμό από το άλμα του 5,8% που καταγράφηκε το 2024. Η παραγωγικότητα της εργασίας βελτιώνεται με ρυθμό 3,4%.
Δημόσια Οικονομικά, πλεονάσματα και αποκλιμάκωση του χρέους
Στον τομέα των δημόσιων οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης, η εικόνα παραμένει θετική. Για το 2025, προβλέπεται η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος (χωρίς τόκους) ύψους 4,9% του ΑΕΠ, ενώ το συνολικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώνεται σε πλεόνασμα 1,7%. Τα συνολικά έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα φτάσουν το 50,0% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω της αυξημένης είσπραξης φόρων εισοδήματος και κοινωνικών εισφορών. Οι συνολικές δαπάνες, από την άλλη, διαμορφώνονται στο 48,3% του ΑΕΠ.
Η δημοσιονομική αυτή πειθαρχία αντανακλάται άμεσα στην πορεία του δημόσιου χρέους. Το Χρέος της Γενικής Κυβέρνησης (κατά Μάαστριχτ) συνεχίζει τη σταδιακή, αν και αργή, αποκλιμάκωσή του. Από 154,2% του ΑΕΠ το 2024, το χρέος μειώνεται στο 146,1% το 2025. Σε απόλυτα νούμερα, το ύψος του χρέους, στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, υπολογίζεται στα 360,1 δισεκατομμύρια ευρώ, αποτελούμενο κατά 70,8% από δάνεια και κατά 27,1% από χρεόγραφα.
Το “αγκάθι” του εξωτερικού τομέα
Μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες που καταγράφονται στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ εντοπίζεται στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας. Το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών παραμένει ελλειμματικό, αγγίζοντας το -5,7% του ΑΕΠ για το 2025 (έναντι -7,2% το 2024).
Το εμπορικό ισοζύγιο αντανακλά την αδυναμία της χώρας να μειώσει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές. Για το 2025, οι συνολικές εισαγωγές αγαθών (συμπεριλαμβανομένης της αξίας των πλοίων και των πετρελαιοειδών) ανήλθαν στα 82,45 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι εξαγωγές περιορίστηκαν στα 48,66 δισεκατομμύρια ευρώ, δημιουργώντας ένα τεράστιο εμπορικό έλλειμμα ύψους 33,80 δισ. ευρώ. Ακόμη και αν εξαιρέσουμε τα πετρελαιοειδή, το έλλειμμα παραμένει διογκωμένο στα 29,72 δισ. ευρώ. Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 1,3% το 2026, την ώρα που οι εξαγωγές κατέγραψαν μια ισχνή αύξηση της τάξης του 1,7%.
Η δημοσίευση της ΕΛΣΤΑΤ πιστοποιεί πως η ελληνική οικονομία διανύει μια περίοδο σταθεροποίησης, με σημαντικά βήματα προόδου στη δημοσιονομική εξυγίανση, την προσέλκυση επενδύσεων και τη μείωση της ανεργίας. Τα πλεονάσματα αποτελούν εγγύηση απέναντι στις αγορές. Ωστόσο, η αδύναμη παραγωγική βάση που αποτυπώνεται στο εμπορικό έλλειμμα, και ο επίμονος δομικός πληθωρισμός, ο οποίος ροκανίζει την αγοραστική δύναμη των μισθωτών, υπενθυμίζουν ότι η μετάβαση σε μια ισχυρή και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη απαιτεί βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
