Επίσημη θεωρείται η συγχώνευση της Attica Bank με την Παγκρήτια Τράπεζα. Οι μέτοχοι ήρθαν σε συμφωνία σήμερα, πριν λήξει η παράταση που είχε δοθεί.
Η Attica Bank ενημερώθηκε εγγράφως από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) και τη Thrivest Holding Ltd (Τhrivest και από κοινού οι μέτοχοι) ότι υπεγράφη δεσμευτική συμφωνία (Συμφωνία μετόχων) μεταξύ τους αναφορικά με τον εταιρικό μετασχηματισμό της Attica Bank (συγχώνευση της με την Παγκρήτια Τράπεζα δι’ απορροφήσεως της Παγκρήτιας από την Attica Bank, «Συγχώνευση») και της περαιτέρω επένδυσης των μετόχων (η «επένδυση») στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος που θα προκύψει μετά τη Συγχώνευση και υπό την προϋπόθεση ολοκλήρωσης αυτής.
Η επένδυση στο νέο πιστωτικό ίδρυμα θα πραγματοποιηθεί υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις της συμφωνίας μετόχων, θα υποστηρίξει την υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου της νέας τράπεζας και θα καλύψει τις πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες που θα προκύψουν από την υπαγωγή χαρτοφυλακίων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των δύο τραπεζών στο πρόγραμμα παροχής κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής ΙΙΙ».
Οι βασικοί όροι της συμφωνίας μετόχων, όπως γνωστοποιήθηκαν στην Attica Bank είναι οι εξής:
Οι μέτοχοι θα παράσχουν στην Attica Bank έγγραφη δεσμευτική επιστολή κάλυψης κεφαλαιακών αναγκών του πιστωτικού ιδρύματος που θα προκύψει μετά τη συγχώνευση συμπεριλαμβανομένων των αναγκών που θα προκύψουν λόγω της υπαγωγής στο πρόγραμμα «Ηρακλής ΙΙΙ».
Η επένδυση των μετόχων στο πιστωτικό ίδρυμα που θα προκύψει από τη συγχώνευση και υπό τον όρο ολοκλήρωσης αυτής, ανέρχεται σε ποσό 675,10 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 475,10 εκατ. ευρώ κατ’ ανώτατο όριο θα καταβάλει σε μετρητά το ΤΧΣ και 200 εκατ. ευρώ κατ’ ανώτατο όριο θα καταβάλει σε μετρητά η Thrivest.
Η επένδυση θα πραγματοποιηθεί μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου στο νέο πιστωτικό ίδρυμα με δικαίωμα προτίμησης υπέρ παλαιών μετόχων. Επιπλέον, θα εκδοθούν τίτλοι κτήσης μετοχών («warrants») υπέρ των μετόχων που θα συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Το συνολικό ποσό που επιδιώκεται να αντληθεί από την έκδοση νέων μετοχών και warrants θα ανέλθει σε έως και 735 εκατ. ευρώ.
Μετά την ολοκλήρωση των ανωτέρω ενεργειών (αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και έκδοση warrants, από κοινού «Κεφαλαιακή Ενίσχυση»), το ΤΧΣ αναμένεται να κατέχει ποσοστό συμμετοχής στο νέο πιστωτικό ίδρυμα ύψους τουλάχιστον 35% και η Thrivest αναμένεται να κατέχει ποσοστό που θα κυμαίνεται μεταξύ 50% πλέον μίας μετοχής και 58,5%. Το ποσοστό συμμετοχής της Thrivest ενδέχεται νααυξηθεί εφόσον επιλέξει κατά τη διακριτική της ευχέρεια να επενδύσει ποσό μεγαλύτερο των 200 εκατ. ευρώ.
Μέχρι την ολοκλήρωση της συγχώνευσης και της Κεφαλαιακής Ενίσχυσης δε θα μεταβληθεί η σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της Attica Bank, όσον αφορά στον συνολικό αριθμό μελών Δ.Σ. και στον αριθμό των μελών που έκαστο μέρος δικαιούται να ορίζει ή να προτείνει προς εκλογή.
Οι μέτοχοι δεσμεύτηκαν να ασκήσουν τα δικαιώματα ψήφου που κατέχουν σε έκαστο πιστωτικό ίδρυμα υπέρ της υλοποίησης της συγχώνευσης και της Κεφαλαιακής Ενίσχυσης.
Οι μέτοχοι επίσης γνωστοποίησαν στην Attica Bank ότι οι ανωτέρω δεσμεύσεις υλοποίησης της συγχώνευσης και Κεφαλαιακής Ενίσχυσης τελούν υπό τους ειδικότερους όρους και αιρέσεις που προβλέπονται στη συμφωνία μετόχων, συμπεριλαμβανομένης και της λήψης όλων των αναγκαίων εταιρικών και κανονιστικών εγκρίσεων.
Κατόπιν των ανωτέρω, η Attica Bank θα προχωρήσει άμεσα στα επόμενα βήματα για την υπαγωγή της στο πρόγραμμα παροχής κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής ΙΙΙ» και για τη συγχώνευση. Περαιτέρω, θα υλοποιήσει κατά το βαθμό που δύναται και την αφορούν, τις επιμέρους απαιτούμενες ενέργειες για την πραγματοποίηση της επένδυσης και της Κεφαλαιακής Ενίσχυσης.
Η Attica Bank θα κρατά ενήμερο το επενδυτικό κοινό για τις εξελίξεις, όπως προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία.
Αποφυγή ζημιών και ωφέλη της συγχώνευσης στο στόχαστρο
Συγκεκριμένα:
Α. Οι ζημιές που αποφεύχθηκαν με την υπογραφή της συμφωνίας
Η επιστολή του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα περιγράφει την κατάσταση των δύο τραπεζών και αναλύει τις επιπτώσεις στην περίπτωση που δεν υπήρχε συμφωνία. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει:
-Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (Μαρτίου 2024) ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων («κόκκινων») δανείων της Attica Bank είναι 61,5% και της Παγκρήτιας 53,5%, έναντι 5% που είναι ο αντίστοιχος δείκτης για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Για την ίδια ημερομηνία οι δύο τράπεζες διαθέτουν δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας περίπου 14,3% για την Attica Bank και 12,6% για την Παγκρήτια, έναντι 19,1% για τις τέσσερις συστημικές.
-Το σενάριο μη επίτευξης συμφωνίας θα είχε μια σειρά από πολύ σοβαρές αρνητικές συνέπειες. Ειδικότερα:
•Σήμερα οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας συνολικά για τις δύο τράπεζες υπολείπονται κατά 106 εκατ. ευρώ των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων και σε κάθε περίπτωση δεν επαρκούν για να επιλυθεί το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών θα ήταν αδύνατη χωρίς την ολοκλήρωση της συμφωνίας.
•Δεδομένης της ευάλωτης οικονομικής κατάστασης των δυο τραπεζών θα ήταν εξαιρετικά πιθανό το σενάριο σημαντικής εκροής καταθέσεων στην περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας. Αυτό θα οδηγούσε νομοτελειακά στην κατάρρευσή τους καθώς δεν θα είχαν πρόσβαση σε δανεισμό από την ΕΚΤ, ενώ δεν διαθέτουν επαρκή ρευστά διαθέσιμα για την κάλυψη ακραίων εκροών καταθέσεων. Παρά το σχετικά χαμηλό μέγεθος των 2 τραπεζών τυχόν κατάρρευσή τους θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού κλάδου.
Συγκεκριμένα:
-Καμία από τις 2 τράπεζες δεν καλύπτει τις προϋποθέσεις του ν. 4261.2014 περί μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης. Ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να μεταβιβασθεί το σύνολο των καταθέσεων σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα και οι μη καλυμμένες καταθέσεις θα χάνονταν. Με στοιχεία 31.3.2024 οι μη εγγυημένες καταθέσεις είναι 909 εκατ. για την Attica Bank και 726 εκατ. για την Παγκρήτια. Άρα θα υπήρχε απώλεια αποταμιεύσεων πάνω από 1,6 δισ. ευρώ.
-Καθώς οι καταθέσεις αυτές αφορούν κυρίως επιχειρήσεις και νοικοκυριά, στο σενάριο αυτό θα προέκυπτε νέο κύμα μη εξυπηρετούμενων δανείων καθώς το «κούρεμα» των καταθέσεων θα είχε πιθανότατα μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στη δυνατότητά τους να ανταπεξέλθουν στην εξυπηρέτηση του χρέους τους. Επισημαίνεται ότι μεταξύ των μεγαλύτερων καταθετών των δύο τραπεζών βρίσκονται και φορείς του Ελληνικού Δημοσίου οι οποίοι θα υφίσταντο τις σχετικές συνέπειες.
-Θα υπήρχαν δευτερογενείς επιπτώσεις στις σημαντικές τράπεζες μέσω αυξημένων εισφορών προς το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ). Συγκεκριμένα το ΤΕΚΕ θα εξαντλούσε τα διαθέσιμά του μόνο για την πληρωμή των καλυμμένων καταθέσεων της Τράπεζας Αττικής (1,8 δισ. ευρώ). Άρα θα έπρεπε να αντλήσει από τις άλλες τράπεζες κεφάλαια για την πληρωμή των καλυμμένων καταθέσεων της Παγκρήτιας (1,7 δισ. ευρώ) και πρόσθετα κεφάλαια προκειμένου να έφθανε εντός τετραετίας το στόχο του 0,8% επί των καλυμμένων καταθέσεων (περίπου 1,1 δισ. ευρώ), σύμφωνα με την σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία, τα οποία θα επιβάρυναν τις υπόλοιπες εγχώριες τράπεζες.
-Η υφιστάμενη αξία της συμμετοχής του ΤΧΣ στην Attica Bank θα εκμηδενιζόταν.
-Καθώς θα είναι η πρώτη φορά από την αρχή της κρίσης που θα «κουρεύονταν» καταθέσεις στην χώρα μας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κλονιζόταν η εμπιστοσύνη των αποταμιευτών και θα ήταν πιθανό να βλέπαμε «bank run» (μαζικές αποσύρσεις καταθέσεων) σε λιγότερο σημαντικές ή «ευάλωτες» τράπεζες, χωρίς να μπορούσαν να αποκλειστούν επιπτώσεις και στην ρευστότητα των σημαντικών τραπεζών.
-Η αναταραχή που θα είχε προκληθεί στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, θα είχε επιπτώσεις στη διάθεση του υφιστάμενου ποσοστού του ΤΧΣ στην Εθνική Τράπεζα, καθώς και στην πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στις αγορές χρήματος και κεφαλαίων.
Πέρα από τις επισημάνσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος σημειώνεται ακόμη ότι :
-Η κεφαλαιακή κατάρρευση δύο τραπεζών θα είχε ανυπολόγιστες συνέπειες στην επενδυτική εμπιστοσύνη η οποία ανακτάται με μεγάλη προσπάθεια, βήμα – βήμα τα τελευταία πέντε χρόνια.
-Το «κούρεμα» των καταθέσεων που αποφεύχθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης θα συνέβαινε τώρα και θα προκαλούσε αλυσιδωτές επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα, την εθνική οικονομία και την εικόνα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού.
Β. Τα οφέλη της συμφωνίας
Στα βασικά οφέλη που απορρέουν από τη συμφωνία περιλαμβάνονται:
-Η εξουδετέρωση της απειλής για τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, για πιθανό «κούρεμα» καταθέσεων και για το ενδεχόμενο νέας ανακεφαλαιοποίησης.
-Η ενίσχυση του ανταγωνισμού προς όφελος καταθετών και δανειοληπτών. Ο πέμπτος τραπεζικός πυλώνας που δημιουργείται δίπλα στις τέσσερις συστημικές τράπεζες αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία για την τόνωση του ανταγωνισμού σε επίπεδο καταθέσεων, χορηγήσεων, προμηθειών κ.α. στον τραπεζικό τομέα. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργούν όπως είναι γνωστό οι πρωτοβουλίες του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με τις οποίες δόθηκε η δυνατότητα και σε μη τραπεζικά ιδρύματα να δίνουν στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, μειώθηκαν κατά 50% οι προμήθειες για συναλλαγές μικρού ύψους και θεσπίστηκε το αφορολόγητο για τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου.
-Η δημιουργία μιας νέας τράπεζας με ισχυρή κεφαλαιακή βάση, με μη εξυπηρετούμενα δάνεια που περιορίζονται κάτω από το 3%, δηλαδή σε επίπεδο αντίστοιχο με το μέσο όρο της ευρωζώνης και χαμηλότερο από τον αντίστοιχο δείκτη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, δίχως αναβαλλόμενο φόρο. Επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο μειώνεται το συνολικό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος που είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που λαμβάνουν υπόψη οι οίκοι αξιολόγησης.
-Η διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος καθώς το ΤΧΣ αφενός προστατεύει την αξία της συμμετοχής του (480 εκατ.) στην Τράπεζα Αττικής, που αποκτά πλέον θετικές αποδόσεις (θετικό IRR), τη στιγμή που θα είχε μηδενική αξία σε περίπτωση μη επίτευξης της συμφωνίας, ενώ αφετέρου θα διατηρήσει ισχυρή μειοψηφική συμμετοχή στο νέο σχήμα που έχει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης.
Ανάλογες επισημάνσεις διατυπώνει στην επιστολή του ο διοικητής της ΤτΕ, σημειώνοντας ότι η ενίσχυση του ανταγωνισμού αναμένεται να έχει θετική επίδραση στο κόστος και την ποιότητα των τραπεζικών υπηρεσιών, καθώς και ότι η εξυγίανση των ισολογισμών των δυο τραπεζών θα συμβάλει στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
