Μια ανησυχητική εικόνα για το κόστος στέγασης στην Ελλάδα φανερώνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθωρισμό του Φεβρουαρίου. Ειδικότερα, τα ενοίκια κατοικιών αυξήθηκαν κατά 9,9% την εν λόγω περίοδο, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση από τον Οκτώβριο του 2021. Η άνοδος αυτή είναι εντυπωσιακή, καθώς η αύξηση του 2021 ήταν μόλις 0,3%, ενώ πριν από εκείνη την περίοδο δεν καταγράφονταν σχετικές μετρήσεις από την ΕΛΣΤΑΤ.
Ωστόσο, η αύξηση του κόστους στέγασης δεν περιορίζεται μόνο στα ενοίκια. Όπως δείχνουν τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η ετήσια αναπροσαρμογή των μισθωμάτων για τον Μάρτιο 2025 διαμορφώθηκε σε 1,9% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος. Αυτή η αναπροσαρμογή προκύπτει από τη νομοθεσία, η οποία ορίζει ότι τα μισθώματα αυξάνονται κατά το 75% της μεταβολής του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή.
Στα ύψη και οι υπηρεσίες
Η αναπροσαρμογή του μισθώματος είναι η διαδικασία κατά την οποία το ποσό του ενοικίου προσαρμόζεται είτε λόγω της αύξησης του ενοικίου είτε λόγω πληθωρισμού και μεταβολών στην αγορά ακινήτων. Οι μειώσεις ενοικίων συνήθως παρατηρούνται σε περιόδους οικονομικής κρίσης ή όταν υπάρχει χαμηλή ζήτηση για ενοικιάσεις.
Επιπλέον, το κόστος των υπηρεσιών που σχετίζονται με τη στέγαση έχει αυξηθεί σημαντικά. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, τον Φεβρουάριο καταγράφηκε αύξηση 4,5% στις δαπάνες για επισκευή και συντήρηση κατοικιών, ενώ οι γενικές υπηρεσίες που σχετίζονται με το σπίτι (όπως τα κοινόχρηστα και άλλες παροχές) αυξήθηκαν κατά 1,6%.
Πλέον, οι πολίτες και η αγορά ακινήτων αναμένουν να αποδώσουν τα μέτρα στεγαστικής πολιτικής της κυβέρνησης, με την ελπίδα ότι η αύξηση της προσφοράς κατοικιών θα συμβάλει στη μείωση του συνολικού κόστους. Η επιτυχία του προγράμματος «Σπίτι Μου 2», με τις μαζικές αιτήσεις που κατατέθηκαν, αποτελεί απόδειξη της πίεσης που υφίστανται οι πολίτες στην αγορά κατοικίας και της ανάγκης για άμεσες λύσεις.
