Αλλαγές στη διαδικασία υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ φέρνει το νέο σύστημα της ΑΑΔΕ, που δίνει τη δυνατότητα σε περισσότερες από 1 εκατομμύριο επιχειρήσεις να υποβάλλουν μηνιαία δήλωση ΦΠΑ αντί για τριμηνιαία. Το μέτρο στοχεύει στη διευκόλυνση των επιχειρήσεων και στη μείωση της φοροδιαφυγής, προσφέροντας παράλληλα στο κράτος πιο άμεση εικόνα των εισπράξεων και αποδόσεων ΦΠΑ.
Ποιους αφορά η μηνιαία υποβολή
Η μηνιαία υποβολή δηλώσεων ΦΠΑ αφορά όλες τις επιχειρήσεις που έχουν κάνει έναρξη εργασιών έως την 31η Δεκεμβρίου 2023 και τηρούν απλογραφικά βιβλία. Από αυτόν τον μήνα μπορούν προαιρετικά να ενταχθούν στο νέο σύστημα, το οποίο εφαρμόζεται υποχρεωτικά ήδη από την 1η Ιουλίου 2025 για όσες επιχειρήσεις ιδρύθηκαν μέσα στο 2024 και το πρώτο τρίμηνο του 2025.
Η ένταξη στο νέο καθεστώς δηλώνεται ηλεκτρονικά έως την προτελευταία εργάσιμη του 1ου, 4ου, 7ου ή 10ου μήνα κάθε έτους (ξεκινώντας από τον Οκτώβριο). Η επιλογή ισχύει από την πρώτη ημέρα του μήνα υποβολής και δεν μπορεί να ανακληθεί πριν περάσουν 12 μήνες.
Τι αλλάζει για τις επιχειρήσεις
Η μετάβαση στη μηνιαία δήλωση ΦΠΑ βοηθά τις επιχειρήσεις να κατανείμουν καλύτερα τις υποχρεώσεις τους και να αποφεύγουν τη συσσώρευση οφειλών στο τέλος κάθε τριμήνου. Παράλληλα, δίνει στην ΑΑΔΕ τη δυνατότητα πιο γρήγορης εποπτείας των οικονομικών ροών και έγκαιρου εντοπισμού περιπτώσεων φοροδιαφυγής.
Το μέτρο στοχεύει κυρίως σε εποχικές επιχειρήσεις, οι οποίες στο παρελθόν εισέπρατταν ΦΠΑ κατά την τουριστική περίοδο χωρίς να τον αποδίδουν. Με τη νέα διαδικασία, ο φόρος θα πρέπει να δηλώνεται και να καταβάλλεται κάθε μήνα, περιορίζοντας έτσι το φαινόμενο των «εξαφανισμένων» εταιρειών.
Μείωση του «κενού ΦΠΑ» και αύξηση εσόδων
Η εφαρμογή του μέτρου, σε συνδυασμό με την αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά στη μείωση του λεγόμενου “κενού ΦΠΑ”, δηλαδή των απωλειών εσόδων από μη απόδοση φόρου.
Το 2024, το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 10% από 13,7% το 2022, ενώ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 7% μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Αν η Ελλάδα προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (5%), τα δημοσιονομικά έσοδα θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά περίπου 1,4 δισ. ευρώ.
