Η παγκόσμια ενεργειακή σκακιέρα αποδεικνύεται για άλλη μια φορά αμείλικτη για τον Έλληνα καταναλωτή, ο οποίος παρακολουθεί με αμηχανία τις τιμές στα πρατήρια καυσίμων να τραβούν την ανηφόρα, παρά τις πρόσφατες παρεμβάσεις της πολιτείας και των εταιρειών διύλισης. Φέρνουμε στο φως τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς πετρελαιοειδών, αποδομώντας τους λόγους για τους οποίους η εγχώρια προσπάθεια συμπίεσης του κόστους εξουδετερώνεται πλήρως από εξωγενείς παράγοντες και δομικές παθογένειες της ελληνικής φορολογίας.
Το μέτρο των διυλιστηρίων και η σκληρή πραγματικότητα στα πρατήρια
Πρόσφατα, τέθηκε σε ισχύ ένα σημαντικό μέτρο στήριξης, κατόπιν συμφωνίας της κυβέρνησης με τους εγχώριους ενεργειακούς ομίλους HelleniQ Energy και Motor Oil, οι οποίοι ελέγχουν τα τέσσερα διυλιστήρια της χώρας (Ασπρόπυργος, Ελευσίνα, Θεσσαλονίκη και Άγιοι Θεόδωροι). Η συμφωνία προέβλεπε μείωση της τιμής στα διυλιστήρια κατά 10 λεπτά ανά λίτρο για τη βενζίνη και κατά 5 λεπτά ανά λίτρο για το ντίζελ έως τα τέλη Αυγούστου, με συνολική συνεισφορά των εταιρειών ύψους 40 εκατομμυρίων ευρώ.
Ωστόσο, το όφελος αυτό δεν έφτασε ποτέ στις τσέπες των οδηγών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία από το Παρατηρητήριο Τιμών Υγρών Καυσίμων για την εβδομάδα 10 έως 16 Ιουλίου, οι τιμές όχι μόνο δεν υποχώρησαν, αλλά κινήθηκαν ανοδικά. Η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης 95 οκτανίων παρέμεινε απολύτως στάσιμη στα 1,972 ευρώ ανά λίτρο. Αντίθετα, η αμόλυβδη 100 οκτανίων κατέγραψε αύξηση της τάξης του 1,43%, ανεβαίνοντας από τα 2,175 στα 2,206 ευρώ ανά λίτρο. Το πιο σοβαρό πλήγμα δέχθηκε το ντίζελ κίνησης, το οποίο αυξήθηκε κατά 3,46%, σκαρφαλώνοντας από τα 1,823 στα 1,886 ευρώ ανά λίτρο.
Η ρωσική κρίση και το ανεξέλεγκτο ράλι του δείκτη Platts
Για να αποκρυπτογραφήσουμε αυτή την παράδοξη εικόνα, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα στις διεθνείς αγορές και συγκεκριμένα στον δείκτη Platts, ο οποίος καθορίζει τις τιμές των ήδη διυλισμένων προϊόντων. Όπως εξηγούν έμπειρα στελέχη της αγοράς, η τιμή της αντλίας δεν ακολουθεί απλώς το αργό πετρέλαιο (Brent), αλλά τις τιμές των έτοιμων καυσίμων. Είναι ενδεικτικό ότι από τις 18 Ιουνίου έως τις 15 Ιουλίου, ενώ το Brent αυξήθηκε μόλις κατά περίπου 6%, η διεθνής τιμή του ντίζελ εκτοξεύτηκε κατά 36% και της βενζίνης κατά 16%.
Ο βασικός καταλύτης πίσω από αυτή την εκρηκτική άνοδο είναι η Ρωσία. Ως ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ στον κόσμο, η χώρα αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα λόγω ουκρανικών επιθέσεων στις ενεργειακές της υποδομές. Σε απάντηση, η Μόσχα ανέστειλε τις εξαγωγές ντίζελ για να προστατεύσει την εσωτερική της αγορά. Αυτό το κενό προσφοράς προκάλεσε πανικό σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Τουρκία, οι οποίες αναγκάστηκαν να στραφούν σε άλλες αγορές, ανταγωνιζόμενες ευθέως την Ευρώπη. Η τεράστια ζήτηση απέναντι σε μια περιορισμένη προσφορά εκτόξευσε τις τιμές στο διεθνές χρηματιστήριο ενέργειας, απορροφώντας κάθε προσπάθεια εγχώριας έκπτωσης.
Ο αόρατος συνέταιρος, η υπέρογκη φορολογία στα ελληνικά καύσιμα
Πέρα από τα διεθνή γεωπολιτικά παίγνια, η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει και τον εσωτερικό της «δαίμονα»: την υπερφορολόγηση. Από το 45% έως και το 60% της τελικής τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής, καταλήγει στα κρατικά ταμεία μέσω του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ), του ΦΠΑ και λοιπών τελών.
Μια ανατομία της τιμής είναι άκρως αποκαλυπτική. Λαμβάνοντας ως βάση τη μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων στις 29 Μαΐου (στα 2,097 ευρώ ανά λίτρο), διαπιστώνουμε ότι η τιμή του διυλιστηρίου αντιστοιχούσε μόλις στο 38,8% (0,814 ευρώ). Οι φόροι και οι επιβαρύνσεις άγγιξαν το 53,6% (1,123 ευρώ), ενώ το μεικτό περιθώριο κέρδους για τις εταιρείες εμπορίας και τα πρατήρια περιορίστηκε στο 7,6% (0,160 ευρώ).
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στο ντίζελ κίνησης (με τιμή στα 1,771 ευρώ ανά λίτρο). Το καθαρό προϊόν κοστίζει το 43,4% της τιμής (0,768 ευρώ). Οι φόροι απορροφούν το 45,1% (επίσης 0,768 ευρώ), αφήνοντας ένα εμπορικό περιθώριο της τάξης του 11,6% (0,235 ευρώ).
Γιατί η κυβέρνηση λέει «όχι» στη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης
Παρά τις πιέσεις από παράγοντες της αγοράς και την αντιπολίτευση για οριζόντια μείωση του ΕΦΚ στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, το οικονομικό επιτελείο παραμένει αμετακίνητο. Η διατήρηση υψηλών φόρων στα καύσιμα θεωρείται κρίσιμος πυλώνας για τα κρατικά έσοδα και τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.
Κυβερνητικές πηγές ξεκαθαρίζουν, ότι η στρατηγική εστιάζει στις στοχευμένες επιδοτήσεις και όχι στις οριζόντιες φορολογικές ελαφρύνσεις που θα δημιουργούσαν “τρύπα” στον προϋπολογισμό. Υπενθυμίζουν, άλλωστε, ότι όταν η πολιτεία αποφάσισε στο παρελθόν να παρέμβει με απευθείας επιδότηση 20 λεπτών στο ντίζελ, το όφελος για τον καταναλωτή ήταν πολύ πιο άμεσο και ουσιαστικό από οποιαδήποτε ρεαλιστική μείωση του ΕΦΚ.
Το τελικό συμπέρασμα είναι σαφές. Όσο μαίνονται οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και η διεθνής αγορά υποφέρει από ελλείψεις, τα όποια μέτρα των εγχώριων εταιρειών θα λειτουργούν απλώς ως ανάχωμα για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Χωρίς δομικές αλλαγές στη φορολογική πολιτική, το φθηνό καύσιμο θα παραμείνει ένα άπιαστο όνειρο για τους Έλληνες οδηγούς.
