Σαφή και αιχμηρή θέση πήρε η Ελεονώρα Μελέτη απέναντι στις δηλώσεις της Μαρία Καρυστιανού για τις αμβλώσεις, χαρακτηρίζοντάς τες «επικίνδυνες» και με σοβαρές πολιτικές προεκτάσεις.
Η παρουσιάστρια μίλησε στην πρωινή εκπομπή Το Πρωινό, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη τοποθέτηση ως προσωπική άποψη, αλλά ως δημόσια πολιτική δήλωση που επηρεάζει τον κοινωνικό διάλογο.
«Δεν είναι προσωπική άποψη, είναι πολιτική δήλωση»
Η Ελεονώρα Μελέτη τόνισε ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στο αν το δικαίωμα στην άμβλωση είναι σήμερα νομικά κατοχυρωμένο στην Ελλάδα, αλλά στο μήνυμα που εκπέμπεται όταν τίθεται, έστω και θεωρητικά, θέμα δημόσιας διαβούλευσης. Όπως επισήμανε, τέτοιες τοποθετήσεις ανοίγουν επικίνδυνες συζητήσεις σε μια περίοδο που οι γυναίκες συνεχίζουν να διεκδικούν ακόμη και αυτονόητα δικαιώματα.
Σύμφωνα με την ίδια, η αναφορά σε κοινωνική απόφαση για ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά το σώμα και τη ζωή της γυναίκας μεταφέρει το βάρος της επιλογής σε τρίτους, ακυρώνοντας την έννοια της αυτοδιάθεσης.
«Προσβολή στους αγώνες των γυναικών»
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η αναφορά της στους αγώνες του παρελθόντος, υπογραμμίζοντας ότι το δικαίωμα στην άμβλωση δεν χαρίστηκε, αλλά κατακτήθηκε μετά από δεκαετίες διεκδικήσεων. Η Ελεονώρα Μελέτη μίλησε για απαξίωση αυτών των αγώνων, τονίζοντας πως κάθε υπαινιγμός επαναφοράς της συζήτησης από μηδενική βάση λειτουργεί υπονομευτικά.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, το να τίθεται το ζήτημα ως αντικείμενο δημόσιας κρίσης ισοδυναμεί με το να επιτρέπεται στην κοινωνία να αποφασίζει για τις πιο προσωπικές επιλογές μιας γυναίκας.
Η δημόσια αντιπαράθεση συνεχίζεται
Οι δηλώσεις της Ελεονώρας Μελέτη έρχονται να προστεθούν σε ένα κύμα αντιδράσεων που προκάλεσαν οι τοποθετήσεις της Μαρίας Καρυστιανού, οι οποίες έχουν μεταφέρει τη συζήτηση από το θεσμικό στο κοινωνικό και επικοινωνιακό πεδίο. Το θέμα των αμβλώσεων, αν και νομικά κατοχυρωμένο εδώ και δεκαετίες, εξακολουθεί να λειτουργεί ως πεδίο έντονης αντιπαράθεσης, αποκαλύπτοντας βαθύτερες ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις.
Η συζήτηση, πάντως, δείχνει να παραμένει ανοιχτή, με δημόσια πρόσωπα να παρεμβαίνουν δυναμικά, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ερώτημα των ορίων του δημόσιου λόγου όταν αυτός αγγίζει θεμελιώδη δικαιώματα.
