Μια νέα, στρατηγικής σημασίας εστία πολιτικής αντιπαράθεσης έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα, επαναφέροντας στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τον ρόλο του κράτους στη διαχείριση κρίσιμων υποδομών και δημόσιου χρήματος. Η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, με αφορμή τις εν εξελίξει διαδικασίες στη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα αντιπολιτευτική βολή, αλλά μια προσπάθεια δομικής αποδόμησης του κυβερνητικού οικονομικού αφηγήματος, συνδέοντας άμεσα την ενεργειακή διαχείριση με τα θεσμικά πλήγματα που καταγράφονται στον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η «αριθμητική» της Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου
Στον πυρήνα της κριτικής του κ. Τσίπρα βρίσκεται η επικείμενη κεφαλαιακή ενίσχυση της ΔΕΗ, η οποία προβλέπει την καταβολή 1,3 δισεκατομμυρίων ευρώ από τα ταμεία του Ελληνικού Δημοσίου. Ο πρώην πρωθυπουργός μιλά ανοιχτά για ένα «οικονομικό σκάνδαλο» τεράστιων διαστάσεων, αναδεικνύοντας μια σημαντική πολιτική και οικονομική αντίφαση.
Το επιχείρημα της αντιπολίτευσης εστιάζει στο πρόσφατο παρελθόν: Κατά την προηγούμενη Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου (ΑΜΚ), η κυβέρνηση αποφάσισε τη μη συμμετοχή του Δημοσίου. Το επιχείρημα τότε ήταν πως η διάθεση 650 εκατομμυρίων ευρώ αποτελούσε μη αναγκαία δαπάνη. Αυτή η επιλογή οδήγησε στη συνειδητή απομείωση του ποσοστού του κράτους (dilution), με αποτέλεσμα την απώλεια της πλειοψηφίας και τον πλήρη ιδιωτικοοικονομικό μετασχηματισμό της επιχείρησης.
Το πολιτικό ερώτημα που θέτει σήμερα ο κ. Τσίπρας είναι πώς δικαιολογείται πλέον η διάθεση του διπλάσιου ποσού (1,3 δισ. ευρώ), προκειμένου η ΔΕΗ να χρηματοδοτήσει την επέκτασή της σε αγορές του εξωτερικού, χωρίς ωστόσο το Ελληνικό Δημόσιο να ανακτά τον στρατηγικό έλεγχο και το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών που απώλεσε.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ ως μέτρο σύγκρισης της «συστημικής κακοδιαχείρισης»
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα έχει η επιλογή του κ. Τσίπρα να συνδέσει το ζήτημα της ΔΕΗ με την πολύκροτη υπόθεση του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ).
Τη στιγμή που ο Οργανισμός βρίσκεται στο «μικροσκόπιο» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας –με καταγγελίες που αφορούν αδιαφάνεια, νεποτισμό και πιθανή κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων– ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί μια αναγωγή κλίμακας. Αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι το μεγαλύτερο οικονομικό έγκλημα», επιχειρεί να υποδείξει ότι η πραγματική, συστημική διαρροή δημόσιου πλούτου συντελείται μέσω κεντρικών κυβερνητικών επιλογών στην ενέργεια, οι οποίες νομιμοποιούνται μέσω θεσμικών αποφάσεων. Με τη ρητορική αυτή, επιχειρεί να πλήξει το αφήγημα του «επιτελικού κράτους», καταλογίζοντας στην κυβέρνηση στρατηγική εξυπηρέτησης συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφερόντων.
Το «αντίβαρο» του Μεγάρου Μαξίμου
Στον αντίποδα, το κυβερνητικό επιτελείο παρακολουθεί τις παρεμβάσεις και απαντά με αμιγώς τεχνοκρατικά και χρηματιστηριακά δεδομένα, κάνοντας λόγο για διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Κορυφαία κυβερνητικά στελέχη υπενθυμίζουν με κάθε ευκαιρία την εικόνα της ΔΕΗ το 2019, περιγράφοντας μια εταιρεία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, με συσσωρευμένα χρέη και απαξιωμένη μετοχή. Το αφήγημα της κυβέρνησης υπεραμύνεται των επιλογών της, τονίζοντας ότι η απώλεια της κρατικής πλειοψηφίας ήταν το αναγκαίο τίμημα για τη διάσωση και την εξυγίανση του οργανισμού.
Όσον αφορά τη σημερινή συμμετοχή του Δημοσίου στην εταιρεία, η κυβερνητική γραμμή υπογραμμίζει πως η αξία του τρέχοντος μειοψηφικού πακέτου (περίπου 34%) είναι χρηματιστηριακά πολλαπλάσια της αξίας που είχε το πλειοψηφικό πακέτο στο παρελθόν. Παράλληλα, η επεκτατική πολιτική στα Βαλκάνια θεωρείται κίνηση εξωστρέφειας που θωρακίζει τον γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας στον ευρύτερο ενεργειακό χάρτη.
Η σύγκρουση για τη ΔΕΗ, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τη διαχείριση των δημοσίων πόρων αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά αφηγήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης το επόμενο διάστημα, καθώς συμπυκνώνει τη ριζική ιδεολογική διαφορά μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης ως προς τον ρόλο του κράτους στην ελεύθερη οικονομία.
