Η δημόσια συζήτηση για την εξωτερική πολιτική της χώρας εγκλωβίζεται συχνά σε ξύλινα, μικροκομματικά αφηγήματα και επικοινωνιακές κορώνες που αδυνατούν να συλλάβουν την πραγματική πολυπλοκότητα του σύγχρονου, ρευστού γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες σπάνιες στιγμές όπου ο δημόσιος πολιτικός διάλογος παράγει ουσιαστική, αναλυτική σκέψη, αποκαλύπτοντας τις βαθύτερες στρατηγικές διαφορές μεταξύ των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων του τόπου.
Μια τέτοια κρίσιμη στιγμή καταγράφηκε πρόσφατα στο ετήσιο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, το οποίο πραγματοποιήθηκε υπό τον τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας». Κατά τη διάρκεια της κομβικής συζήτησης, την οποία συντόνισε με άρτιο τρόπο η Ινώ Αφεντούλη, επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας του ΕΛΙΑΜΕΠ, αναδείχθηκαν δύο διακριτές σχολές διπλωματικής σκέψης.
Οι τοποθετήσεις του Δημήτρη Καιρίδη, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας και καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, και του Δημήτρη Μάντζου, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, δεν αποτέλεσαν απλώς μια τυπική τηλεοπτικού τύπου αντιπαράθεση. Αντιθέτως, ξεδίπλωσαν με επιχειρήματα το πώς η Ελλάδα οφείλει να πλοηγηθεί σε έναν κόσμο όπου η ωμή ισχύς (hard power) φαίνεται να υποσκελίζει σταθερά το δίκαιο. Η αυστηρή ανατομία αυτής της συζήτησης προσφέρει ένα πολύτιμο, τεχνοκρατικό κλειδί κατανόησης του πώς διαμορφώνεται και πώς αμφισβητείται σήμερα το εθνικό μας αμυντικό και διπλωματικό δόγμα.
Η κυνική αλήθεια του ρεαλισμού: το Διεθνές Δίκαιο ως «διπλωματική υπεκφυγή»
Η παρέμβαση του Δημήτρη Καιρίδη διακρίθηκε για τον ωμό γεωπολιτικό της ρεαλισμό (realpolitik), μια οπτική που συχνά απουσιάζει από την επίσημη, εξιδανικευμένη διπλωματική ρητορική της Αθήνας. Ο εκπρόσωπος της κυβερνητικής πλειοψηφίας τόλμησε να αγγίξει ένα από τα μεγαλύτερα παραδοσιακά «ταμπού» της μεταπολιτευτικής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: την απόλυτη, εμμονική και ενίοτε μονοδιάστατη εναπόθεσή μας στους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.
Υποστηρίζοντας με ευθύτητα ότι «πολύ συχνά δυστυχώς στην πατρίδα μας το Διεθνές Δίκαιο χρησιμοποιείται ως υπεκφυγή», έθεσε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Η αυστηρή δημοσιογραφική και γεωπολιτική ανάλυση επιβεβαιώνει ιστορικά τη θέση του: σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα, οι διεθνείς συνθήκες, οι χάρτες του ΟΗΕ και οι νομικοί κανόνες δεν μπορούν από μόνα τους να προστατεύσουν καμία εθνική κυριαρχία, εάν δεν υποστηρίζονται ταυτόχρονα από την πραγματική, επιχειρησιακή ικανότητα προβολής σκληρής ισχύος. Η στείρα επίκληση του δικαίου, όταν δεν συνοδεύεται από τη δυνατότητα στρατιωτικής αποτροπής, καταντά μια παθητική διπλωματική άμυνα που δεν τρομάζει κανέναν αναθεωρητικό γείτονα, πόσο μάλλον την Τουρκία.
-
Η στρατηγική της αποτροπής: Υπό αυτό το πρίσμα, ο κ. Καιρίδης υπεραμύνθηκε σθεναρά του τεράστιου κόστους για την απόκτηση υπερσύγχρονων οπλικών συστημάτων, κάνοντας ειδική μνεία στην ενσωμάτωση των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.
-
Τα «ήρεμα νερά»: Εξήγησε την τακτική της κυβέρνησης απέναντι στην Άγκυρα ως έναν απολύτως αναγκαίο, αν και δύσκολο, συνδυασμό αποτροπής και επιλεκτικής συνεργασίας, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την κρίσιμη, καθημερινή διαχείριση των μεταναστευτικών ροών στο Αιγαίο και τον Έβρο.

Η θεσμική απάντηση του ΠΑΣΟΚ: η ισχύς των κανόνων και η ευθεία βολή στο Μέγαρο Μαξίμου
Από την άλλη πλευρά του τραπεζιού, ο Δημήτρης Μάντζος άρθρωσε τον λόγο της θεσμικής και προοδευτικής κεντροαριστεράς, απορρίπτοντας κάθετα και σε υψηλούς τόνους την οποιαδήποτε θεωρητική υποβάθμιση των διεθνών κανόνων. Για τον εκπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ, το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί επ’ ουδενί «υπεκφυγή», ούτε σημάδι εθνικής αδυναμίας, αλλά τον κατεξοχήν διπλωματικό πολλαπλασιαστή ισχύος για ένα κράτος μεσαίου γεωπολιτικού μεγέθους όπως η Ελλάδα.
«Το Διεθνές Δίκαιο είναι μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, όχι το μόνο, αλλά το βασικό», σημείωσε με ιδιαίτερη έμφαση. Ξεκαθάρισε ότι για τη συγκεκριμένη γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η προσήλωση στους διεθνείς κανόνες δεν αποτελεί μια ρομαντική ή ιδεολογική επιλογή, αλλά μια στυγνή στρατηγική αναγκαιότητα. Η κριτική του εστιάστηκε κυρίως στον κίνδυνο μιας επικίνδυνης διολίσθησης της ελληνικής διπλωματίας προς έναν άκρατο και κοντόφθαλμο συναλλακτισμό.
Μάλιστα, εξαπέλυσε μια εξαιρετικά αιχμηρή, ευθεία βολή προς το Μέγαρο Μαξίμου, προειδοποιώντας ότι «δεν γίνεται να σχετικοποιούμε το Διεθνές Δίκαιο ακόμα και στο ύψιστο επίπεδο της πολιτικής μας που είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός». Η αναφορά αυτή υπογραμμίζει την έντονη ανησυχία της αντιπολίτευσης ότι, στο όνομα της διατήρησης των λεγόμενων «ήρεμων νερών» και των διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα, η Αθήνα ενδέχεται να υποβαθμίζει ή να βάζει σε δεύτερη μοίρα θεμελιώδεις νομικές και κυριαρχικές της θέσεις.
Η εθνική ισχύς δεν εξαντλείται στα εξοπλιστικά προγράμματα
Η πλέον ενδιαφέρουσα, ίσως, και δομική συνεισφορά του κ. Μάντζου στην εξέλιξη της συζήτησης ήταν η ποιοτική διεύρυνση της ίδιας της έννοιας της «εθνικής ισχύος». Σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση ρίχνει, απολύτως δικαιολογημένα λόγω της τουρκικής απειλής, το μεγαλύτερο βάρος της στους δυσθεώρητους εξοπλιστικούς προϋπολογισμούς (φρεγάτες Belharra, Rafale, F-35), ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ υπενθύμισε μια θεμελιώδη αρχή της πολιτικής επιστήμης.
Η εξωτερική ισχύς ενός κράτους είναι απολύτως και άρρηκτα συνδεδεμένη με την εσωτερική του συνοχή. Η άμυνα και η διπλωματία είναι η βιτρίνα προς τα έξω, όμως το ακλόνητο θεμέλιο παραμένει η ποιότητα των δημοκρατικών θεσμών, η εύρυθμη και γρήγορη λειτουργία της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης, το κράτος Δικαίου και το συμβόλαιο εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και της Πολιτείας. Ένα κράτος που χωλαίνει θεσμικά στο εσωτερικό του, που μαστίζεται από σκιές αδιαφάνειας, θεσμικές κρίσεις ή βαθιές κοινωνικές ανισότητες, δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να εμπνεύσει σεβασμό στους συμμάχους του, ούτε να προβάλει αξιόπιστη ισχύ στο εξωτερικό, όσα υπερσύγχρονα μαχητικά και αν σταθμεύουν στις αεροπορικές του βάσεις.

Η Ευρώπη και τα γεωπολιτικά δύο μέτρα και δύο σταθμά απέναντι στον αναθεωρητισμό
Στο ευρύτερο πεδίο της ευρωπαϊκής γεωπολιτικής σκακιέρας, και οι δύο πολιτικοί επιχείρησαν να αναλύσουν τον μελλοντικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκφράζοντας ωστόσο εντελώς διαφορετικές προσδοκίες. Ο κ. Καιρίδης εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος, διαβλέποντας μέσα από τις στάχτες του ουκρανικού πολέμου τη σταδιακή διαμόρφωση μιας νέας, στιβαρής ευρωπαϊκής συναίνεσης γύρω από ζητήματα κοινής ασφάλειας και άμυνας.
Αντίθετα, ο κ. Μάντζος επέλεξε να αναδείξει την κραυγαλέα, γεωπολιτική υποκρισία που συχνά χαρακτηρίζει τα κέντρα λήψης αποφάσεων των Βρυξελλών. Υπογράμμισε με νόημα ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να επιδεικνύει μηδενική ανοχή στον ρωσικό αναθεωρητισμό και την παράνομη εισβολή στην Ουκρανία, ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή να εθελοτυφλεί προκλητικά μπροστά στις επιθετικές, αναθεωρητικές συμπεριφορές που εκδηλώνονται στη νοτιοανατολική της πτέρυγα. Η σαφής, αιχμηρή αναφορά του στην Τουρκία υπενθυμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται να αποκτήσει ποτέ ουσιαστική και αξιόπιστη στρατηγική αυτονομία, εάν συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις στρατιωτικές απειλές κατά της Ελλάδας και της Κύπρου ως απλές «διμερείς διαφορές» ρουτίνας, και όχι ως ευθείες, υπαρξιακές απειλές κατά της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.
Η αναγκαιότητα μιας σύνθετης και ειλικρινούς εθνικής στρατηγικής
Ο διάλογος μεταξύ των εκπροσώπων της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ στον Κύκλο Ιδεών αποτυπώνει την αγωνία μιας χώρας που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη θέση της στον χάρτη. Η ρεαλιστική προσέγγιση του Δημήτρη Καιρίδη υπενθυμίζει με σκληρό τρόπο ότι ζούμε σε έναν κόσμο αμείλικτο, όπου η στρατιωτική ισχύς και η αποτροπή μετράνε τελικά πολύ περισσότερο από τις υπογραφές στα νομικά κείμενα. Από την άλλη πλευρά, η αυστηρή θεσμική κριτική του Δημήτρη Μάντζου προειδοποιεί ότι η πλήρης εγκατάλειψη της δικαιικής μας ασπίδας και η τυχόν έκπτωση της ποιότητας της Δημοκρατίας μας στο εσωτερικό, αφαιρούν από την Ελλάδα το συγκριτικό της ηθικό και πολιτικό πλεονέκτημα.
