Τα μεγάλα πολιτικά και θεσμικά σκάνδαλα, όσο κι αν η επικαιρότητα προσπαθεί να τα προσπεράσει, σπάνια μπαίνουν στο συρτάρι της ιστορίας χωρίς να αφήσουν ανεξίτηλα σημάδια. Συχνά, παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση μέχρι μια νέα, καθοριστική αποκάλυψη να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα, αναζωπυρώνοντας την ένταση και επαναφέροντας τα αμείλικτα ερωτήματα στο προσκήνιο. Αυτό ακριβώς συνέβη με την πρόσφατη, εκκωφαντική παρέμβαση του ιδρυτή της εταιρείας Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, μέσω της συνέντευξής του στην «Εφημερίδα των Συντακτών».
Ο άνθρωπος που θεωρείται ο «εγκέφαλος» πίσω από την εμπορία του κακόβουλου λογισμικού Predator στην Ελλάδα και την Ευρώπη, άνοιξε ξανά τον φάκελο του αποκαλούμενου «ελληνικού Γουότεργκεϊτ». Οι δηλώσεις του προκάλεσαν ισχυρότατες αναταράξεις στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, αναδιατάσσοντας τα δεδομένα και θέτοντας προ των ιστορικών ευθυνών τους τόσο την κυβέρνηση όσο και, κυρίως, την ελληνική Δικαιοσύνη.
Η κατάρρευση του κυβερνητικού αφηγήματος περί κακών ιδιωτών
Η ουσία και η πολιτική βαρύτητα της παρέμβασης του Ισραηλινού επιχειρηματία συνοψίζεται σε μία ξεκάθαρη, αφοπλιστική τοποθέτηση, η οποία αλλάζει πλήρως το κάδρο των ευθυνών: η Intellexa, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν πουλάει τα πανάκριβα και υπερσύγχρονα συστήματά της σε ιδιώτες, αλλά αποκλειστικά σε κρατικές υπηρεσίες και κυβερνήσεις.
Η φράση αυτή αποτελεί ευθεία βολή στον πυρήνα του κυβερνητικού αφηγήματος. Επί σειρά μηνών, η κεντρική γραμμή άμυνας βασιζόταν στη θεωρία πως οι παρακολουθήσεις μέσω του Predator αποτελούσαν έργο κάποιων σκοτεινών, ανεξέλεγκτων «ιδιωτών» ή ρυπαρών δικτύων, στα οποία το επίσημο κράτος δεν είχε καμία απολύτως ανάμειξη. Ο Ταλ Ντίλιαν, ωστόσο, αρνούμενος να αναλάβει τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, ξεκαθαρίζει πως η εταιρεία του λειτουργεί αποκλειστικά ως πάροχος τεχνολογίας προς νόμιμες κρατικές οντότητες και δεν εμπλέκεται στην επιχειρησιακή στόχευση των θυμάτων.
Με την προαναγγελία του ότι στο επερχόμενο Εφετείο θα ζητήσει να κληθούν όλοι οι κρίσιμοι μάρτυρες προκειμένου να αποδειχθεί η αλήθεια, μεταφέρει πλέον το νομικό και πολιτικό βάρος της απόδειξης στο ίδιο το κράτος. Η επιχειρηματολογία περί ιδιωτών καταρρέει συθέμελα, αφήνοντας ακάλυπτο τον κρατικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες πληροφοριών.
Σύσσωμη η αντιπολίτευση ζητά απαντήσεις και κλητεύσεις μαρτύρων
Όπως ήταν απολύτως αναμενόμενο σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, οι αποκαλύψεις αυτές προκάλεσαν πολιτικό σεισμό. Σύσσωμη η αντιπολίτευση, ανεξαρτήτως ιδεολογικών αφετηριών, διάβασε προσεκτικά πίσω από τις γραμμές των λεγομένων του Ντίλιαν και αντέδρασε άμεσα, συγκροτώντας ένα αρραγές μέτωπο κριτικής απέναντι στο Μέγαρο Μαξίμου.
Το κοινό αίτημα που κυριαρχεί πλέον στον δημόσιο διάλογο είναι επιτακτικό και σαφές: ο Ταλ Ντίλιαν, καθώς και τα κομβικά πρόσωπα της υπόθεσης, όπως ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης, και ο πρώην διοικητής της ΕΥΠ, Παναγιώτης Κοντολέων, πρέπει να κληθούν άμεσα να καταθέσουν. Τα κόμματα απαιτούν την προσέλευσή τους τόσο ενώπιον των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών όσο και στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.
Οι πολιτικοί αρχηγοί και τα κορυφαία στελέχη της αντιπολίτευσης κάνουν λόγο για μια ενορχηστρωμένη απόπειρα συγκάλυψης που έχει φτάσει στα όριά της. Οι αιχμές κατευθύνονται ευθέως προς τον ίδιο τον πρωθυπουργό, επισημαίνοντας ότι η συνεχιζόμενη άρνηση για ρίψη άπλετου φωτός στην υπόθεση βαθαίνει το θεσμικό ρήγμα. Το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην απόδοση μικροπολιτικών ευθυνών, αλλά αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της Δημοκρατίας: την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Η επικοινωνιακή άμυνα του Μεγάρου Μαξίμου απέναντι στα νέα δεδομένα
Στον αντίποδα, η αντίδραση της κυβέρνησης μπροστά στα νέα αυτά στοιχεία χαρακτηρίζεται από εμφανή αμηχανία και μια προσπάθεια δραστικής υποβάθμισης του θέματος. Η επίσημη γραμμή άμυνας παραμένει πεισματικά προσκολλημένη στη στενή διατύπωση ότι «το ελληνικό κράτος δεν προμηθεύτηκε ποτέ το λογισμικό Predator».
Ωστόσο, στη σφαίρα της βαθιάς δημοσιογραφικής ανάλυσης, αυτή η λεκτική ακροβασία κρίνεται πλέον εξαιρετικά αδύναμη. Η απουσία ρητής και κατηγορηματικής απάντησης σχετικά με το αν υπήρξε έμμεση χρήση, ενοικίαση υπηρεσιών ή συνεργασία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) με ενδιάμεσους φορείς, αφήνει τεράστια και σκιώδη κενά. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το ήδη αποδεδειγμένο γεγονός των “διπλών παρακολουθήσεων”, όπου στόχοι όπως ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης παρακολουθούνταν ταυτόχρονα από την ΕΥΠ (με «νόμιμες επισυνδέσεις») και το Predator.
Το πρωθυπουργικό γραφείο προσπαθεί να διαχειριστεί την κρίση αποφεύγοντας τη μετωπική σύγκρουση με τα λεγόμενα του Ντίλιαν. Όμως, όσο ο κεντρικός πρωταγωνιστής της υπόθεσης δηλώνει έτοιμος να μιλήσει και να προσκομίσει παραστατικά, η κυβερνητική σιωπή αδυνατεί να πείσει μια κοινή γνώμη που απαιτεί διαφάνεια.
Το ιστορικό βάρος και οι ευθύνες της ελληνικής Δικαιοσύνης
Σε αυτή τη νέα, φλεγόμενη φάση του σκανδάλου, ο πιο κρίσιμος πυλώνας είναι αναμφισβήτητα η στάση της ελληνικής Δικαιοσύνης. Οι έμμεσοι αλλά σαφείς ισχυρισμοί του Ταλ Ντίλιαν θέτουν την ηγεσία του Αρείου Πάγου και τους εισαγγελείς που χειρίζονται την υπόθεση ενώπιον του καθήκοντός τους.
Ο νομικός κόσμος και κορυφαίοι συνταγματολόγοι της χώρας επισημαίνουν με νόημα ότι η Δικαιοσύνη δεν νοείται να λειτουργεί με ρυθμούς χελώνας όταν διακυβεύονται θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα. Η διενέργεια μιας πραγματικά ανεξάρτητης και εις βάθος έρευνας, η άμεση κλήση του ιδρυτή της Intellexa για προσκόμιση εγγράφων και η αυστηρή διασταύρωση των πελατολογίων της εταιρείας με τις δραστηριότητες και τα κονδύλια κρατικών φορέων, αποτελούν αυτονόητες νομικές ενέργειες. Εάν η Δικαιοσύνη διστάσει να προχωρήσει το μαχαίρι στο κόκαλο, φοβούμενη ίσως το πολιτικό κόστος, θα έχει συναινέσει σιωπηρά στην ατιμωρησία.
Ο διεθνής αντίκτυπος και το πλήγμα στο κράτος δικαίου
Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το συγκεκριμένο σκάνδαλο έχει ξεφύγει προ πολλού από τα στενά ελληνικά σύνορα. Η χώρα βρίσκεται ήδη στο μικροσκόπιο ευρωπαϊκών θεσμών, με την επιτροπή PEGA του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να έχει εκδώσει καταπελτικά πορίσματα για την υποβάθμιση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα. Κάθε νέα καθυστέρηση ή προσπάθεια συγκάλυψης τροφοδοτεί περαιτέρω τον διεθνή διασυρμό.
H υγιής λειτουργία μιας σύγχρονης Δημοκρατίας δεν κρίνεται από την παντελή απουσία σκανδάλων, κάτι τέτοιο είναι ουτοπικό. Κρίνεται, αντίθετα, από τα θεσμικά της αντανακλαστικά και τον τρόπο που τα αντίβαρα εξουσίας (Βουλή, Ανεξάρτητες Αρχές, Δικαιοσύνη, Τύπος) λειτουργούν για την κάθαρση. Ο Ταλ Ντίλιαν μόλις άνοιξε μια βαριά πόρτα. Το αν η ελληνική πολιτεία θα επιλέξει να περάσει γενναία το κατώφλι της αλήθειας ή θα σφραγίσει ξανά βιαστικά το δωμάτιο του σκοταδιού, θα καθορίσει την αξιοπιστία των θεσμών μας για τις επόμενες δεκαετίες.
