Η ραγδαία επιδείνωση της στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον ένα θεωρητικό οικονομικό ζήτημα, αλλά την πιο πιεστική και βίαιη κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας. Σε μια περίοδο όπου οι μισθοί αδυνατούν παντελώς να ακολουθήσουν τον ξέφρενο ρυθμό των ανατιμήσεων στην αγορά ακινήτων, μια ολόκληρη γενιά εγκλωβίζεται στα παιδικά της δωμάτια, αδυνατώντας να σχεδιάσει το μέλλον της. Σε αυτό ακριβώς το εκρηκτικό τοπίο, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να παρέμβει δυναμικά, αναδεικνύοντας το στεγαστικό πρόβλημα ως τον κεντρικό, υπαρξιακό πυλώνα του αφηγήματος της νέας πολιτικής του κίνησης, της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης.
Με μια νέα επικοινωνιακή στρατηγική άμεσης και αδιαμεσολάβητης αλληλεπίδρασης, υπό τον τίτλο «Εσείς ρωτάτε; Εγώ απαντώ», ο πρώην πρωθυπουργός δέχεται ερωτήματα πολιτών μέσω των κοινωνικών δικτύων, επιδιώκοντας να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της παραδοσιακής πολιτικής σκηνής και της κοινωνικής βάσης. Aναλύουμε σε βάθος αυτές τις εξαγγελίες, διασταυρώνουμε τα οικονομικά δεδομένα και αποτιμούμε με αυστηρότητα τη βιωσιμότητα των προτεινόμενων λύσεων.
Η ψηφιακή αρένα και η κραυγή αγωνίας της νέας γενιάς
Η καμπάνια «Τώρα Μιλάμε», η οποία ξεκίνησε με φυσικές εκδηλώσεις σε όλη την επικράτεια, μεταφέρεται πλέον στρατηγικά στον ψηφιακό χώρο, εκεί όπου χτυπά ο σφυγμός της γενιάς των Millennials και της Gen Z. Στο πρώτο βίντεο αυτής της σειράς, ο κ. Τσίπρας επέλεξε να απαντήσει σε δύο ερωτήματα που συμπυκνώνουν την απόγνωση του σημερινού εργαζόμενου.
Οι πολίτες έθεσαν το πρόβλημα στην πιο ωμή του διάσταση. Η πρώτη ερώτηση ανέδειξε το γεγονός ότι η αναζήτηση στέγης έχει καταστεί μάταιη, καθώς «δεν υπάρχει κάτι που να μην ξεπερνάει τον κατώτατο μισθό». Η δεύτερη ερώτηση έθεσε το δράμα της καθυστερημένης ενηλικίωσης: «Σκοπεύετε να κάνετε κάτι για τα ενοίκια μπας και φύγω από τους γονείς μας;». Ο Αλέξης Τσίπρας, υιοθετώντας έναν τόνο ενσυναίσθησης αλλά και ευθείας καταγγελίας των τρεχουσών νεοφιλελεύθερων πολιτικών, αναγνώρισε το απόλυτο δίκαιο των ερωτώντων. Επιβεβαίωσε ότι το πρόβλημα της στέγης στην Ελλάδα είναι «εκρηκτικό» και επισήμανε την τραγική κοινωνιολογική συνέπεια: νέοι άνθρωποι να αναγκάζονται να ζουν με τους γονείς τους ακόμη και στα 30 ή τα 35 τους χρόνια.
Η σκληρή γλώσσα των αριθμών: Η έκθεση του ΔΝΤ
Για να τεκμηριώσει την έκταση και τη σφοδρότητα της κρίσης, ο ιδρυτής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης δεν περιορίστηκε σε ρητορικά σχήματα, αλλά επικαλέστηκε τα πλέον πρόσφατα και αδιαμφισβήτητα συμπεράσματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, τα οποία βρίσκονται σε απόλυτη ταύτιση με τις μετρήσεις ευρωπαϊκών θεσμών για την υπερβολική επιβάρυνση στέγασης (housing cost overburden rate), η Ελλάδα καταγράφει μια θλιβερή, πανευρωπαϊκή πρωτιά.
Η αναλογία του κόστους στέγης προς το διαθέσιμο εισόδημα στη χώρα μας έχει εκτροχιαστεί. Προσεγγίζει πλέον το εφιαλτικό 35% του εισοδήματος των νοικοκυριών, τη στιγμή που ο αντίστοιχος μέσος ευρωπαϊκός όρος περιορίζεται σε ανεκτά επίπεδα, γύρω στο 20%. Παράλληλα, η άνοδος των τιμών των ακινήτων, η οποία τροφοδοτήθηκε από την κερδοσκοπία και την έλλειψη ρυθμιστικού πλαισίου, υπολογίζεται σε ένα δυσθεώρητο 87% από το 2017 μέχρι σήμερα. Αυτό το τεράστιο χάσμα μεταξύ καθηλωμένων εισοδημάτων και εκρηκτικού στεγαστικού κόστους εξηγεί απόλυτα το γιατί η ανεύρεση κατοικίας έχει μετατραπεί από αυτονόητο δικαίωμα σε καθημερινό αγώνα επιβίωσης.
Ο νέος δημόσιος φορέας και η ριζοσπαστική παρέμβαση
Η διάγνωση του προβλήματος, ωστόσο, αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα. Απαντώντας στο κρίσιμο ερώτημα του «τι πρέπει να γίνει», ο κ. Τσίπρας κατέθεσε ένα συγκροτημένο πλέγμα πέντε ριζοσπαστικών παρεμβάσεων, οι οποίες στοχεύουν στην αποθέρμανση της αγοράς και στη δίκαιη αναδιανομή του οικιστικού αποθέματος.
Η κεντρική και πλέον δομική πρόταση του κυβερνητικού του προγράμματος είναι η ίδρυση ενός μη κερδοσκοπικού δημόσιου φορέα διαχείρισης στεγαστικών δανείων και δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Ο στρατηγικός στόχος αυτού του φορέα είναι η δημιουργία μιας ισχυρής, δημόσιας δεξαμενής κοινωνικής κατοικίας. Ακίνητα τα οποία σήμερα παραμένουν ερμητικά κλειστά, ανενεργά ή ανήκουν στο ευρύτερο Δημόσιο, θα αποκατασταθούν και θα μετατραπούν σε προσιτή στέγη για όλους, με απόλυτη προτεραιότητα στη νέα γενιά. Η φιλοσοφία αυτής της πρότασης ευθυγραμμίζεται με επιτυχημένα ευρωπαϊκά μοντέλα, όπως αυτό της Βιέννης ή της Ολλανδίας, όπου η ισχυρή παρουσία της κοινωνικής στέγασης λειτουργεί ως πραγματικό «ανάχωμα» απέναντι στις εξωφρενικές ανατιμήσεις της ελεύθερης αγοράς.
Το στόχαστρο στο ξένο κεφάλαιο, τα κλειστά σπίτια και το Airbnb
Για να θωρακιστεί η αγορά από τον κερδοσκοπικό εκτροχιασμό, το σχέδιο της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης περιλαμβάνει τέσσερις επιπρόσθετες, άμεσες παρεμβάσεις:
-
Φορολογικά αντικίνητρα για κλειστές κατοικίες: Χιλιάδες διαμερίσματα στα αστικά κέντρα κρατούνται σκόπιμα εκτός αγοράς, εντείνοντας τεχνητά τη στενότητα προσφοράς. Η επιβολή «πέναλτι» στοχεύει στην άσκηση πίεσης προς τους ιδιοκτήτες, ώστε να τα διαθέσουν προς μακροχρόνια μίσθωση.
-
Πολύ υψηλός φόρος μεταβίβασης για εταιρείες εκτός ΕΕ: Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποσκοπεί στο άμεσο φρενάρισμα των επιθετικών διεθνών funds, τα οποία αγοράζουν μαζικά οικιστικά τετράγωνα αποκλειστικά για κερδοσκοπική εκμετάλλευση (real estate flipping).
-
Έλεγχος και περιορισμός του Airbnb: Ιδιαίτερα σε περιοχές υψηλής ζήτησης, όπως το κέντρο της Αθήνας (π.χ. Κουκάκι, Εξάρχεια) αλλά και οι δημοφιλείς νησιωτικοί προορισμοί, η βραχυχρόνια μίσθωση έχει κυριολεκτικά εκδιώξει τους μόνιμους κατοίκους. Ο σχεδιασμός επιβάλλει αυστηρούς κανόνες και περιορισμούς, προκειμένου να επιστρέψουν τα ακίνητα στην παραδοσιακή αγορά ενοικίασης.
-
Πλήρης κατάργηση της Golden Visa: Σε αντίθεση με τις ημιτελείς παρεμβάσεις και την απλή αύξηση των οικονομικών ορίων της Golden Visa από τις τελευταίες κυβερνήσεις, ο κ. Τσίπρας προτείνει την πλήρη κατάργηση του θεσμού. Η πρόταση αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι το πρόγραμμα λειτουργεί ως επιταχυντής της στεγαστικής ακρίβειας και του «εξευγενισμού» (gentrification) των γειτονιών.
Ρεαλισμός και προκλήσεις εφαρμογής
Οι προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα αγγίζουν αναμφίβολα την καρδιά του προβλήματος. Είναι γεγονός ότι η άναρχη εξάπλωση του Airbnb και η ανεξέλεγκτη εισροή ξένου κερδοσκοπικού κεφαλαίου έχουν αλλοιώσει δραματικά τον χαρακτήρα των ελληνικών πόλεων, μετατρέποντας το συνταγματικό δικαίωμα της στέγασης σε προνόμιο μιας κλειστής οικονομικής ελίτ. Το σύνθημα της παράταξης πως «η κατοικία είναι δικαίωμα για όλους και όχι προνόμιο για λίγους» βρίσκει ευθεία, συγκινησιακή και πολιτική απήχηση στη συντριπτική κοινωνική πλειοψηφία.
Παρ’ όλα αυτά, το εγχείρημα εμπεριέχει σημαντικές πρακτικές και δημοσιονομικές προκλήσεις. Η ίδρυση και λειτουργία ενός νέου, αμιγώς δημόσιου φορέα απαιτεί τεράστια αρχικά κεφάλαια, αποφασιστική ταχύτητα στην ανακαίνιση των κλειστών ακινήτων και, κυρίως, απόλυτη διαφάνεια για να μην μετατραπεί σε άλλον έναν δυσκίνητο, γραφειοκρατικό μηχανισμό του Δημοσίου. Επίσης, η επιβολή βαριών φόρων και η κατάργηση της Golden Visa απαιτούν νομική δεξιοτεχνία, ώστε να μην προκληθούν απότομες και ανεξέλεγκτες αναταράξεις στον ευρύτερο κατασκευαστικό κλάδο.
