Η διαχείριση της εθνικής ενεργειακής πολιτικής δεν αποτελεί πλέον ένα στενό τεχνοκρατικό ζήτημα, αλλά έχει αναδειχθεί στο υπ’ αριθμόν ένα πεδίο σύγκρουσης για την επιβίωση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Σε μια συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2026, το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής παρουσίασε έναν ογκώδη και πλήρως τεκμηριωμένο φάκελο, ο οποίος αποδομεί το κυβερνητικό αφήγημα περί «επιτυχημένης ενεργειακής μετάβασης». Μέσα από την παρουσίαση επίσημων δεδομένων της Eurostat και του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, η ηγεσία του κόμματος ανέδειξε τις στρεβλώσεις μιας αγοράς που λειτουργεί υπέρ των ολιγοπωλίων, καταθέτοντας παράλληλα ένα στρατηγικό σχέδιο μείωσης του κόστους ρεύματος κατά 30% εντός του επόμενου εκλογικού κύκλου.
Τον τόνο έδωσε από την αρχή ο κ. Κ. Τσουκαλάς, σημειώνοντας ότι η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας μηνιαίος λογαριασμός, αλλά το θεμέλιο της κοινωνικής δικαιοσύνης, της παραγωγικής ικανότητας και της δημοκρατίας. Στη συνέντευξη συμμετείχαν ο Πρόεδρος του κόμματος Νίκος Ανδρουλάκης, ο Αντιπρόεδρος των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και πρώην Υπουργός Ενέργειας Γιάννης Μανιάτης, ο Τομεάρχης Ενέργειας Φραγκίσκος Παρασύρης και ο Γραμματέας του Τομέα Ενέργειας Κώστας Μαθιουδάκης, οι οποίοι ανέλυσαν σε βάθος τα αίτια της κρίσης.
Ο στατιστικός μύθος της φθηνής ενέργειας και ο εφιάλτης της αγοραστικής δύναμης
Η κυβερνητική ρητορική συχνά εστιάζει στην απόλυτη τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως εξήγησε ο κ. Μαθιουδάκης, παρουσιάζεται ως επιτυχία ότι η τιμή λιανικής κυμαίνεται περίπου στο 0,23 ευρώ ανά κιλοβατώρα, τοποθετώντας την Ελλάδα στη 10η θέση των φθηνότερων χωρών της Ε.Ε. σε απόλυτους αριθμούς. Ωστόσο, η ερευνητική ματιά στα δεδομένα αποκαλύπτει μια διαφορετική, πιο ζοφερή πραγματικότητα. Η Ελλάδα εμφανίζει παραπλήσια τιμή ρεύματος με τη Φινλανδία, μια χώρα της οποίας οι πολίτες διαθέτουν διπλάσια εισοδήματα σε σχέση με τους Έλληνες.
Όταν ο δείκτης αναπροσαρμόζεται με βάση την αγοραστική δύναμη, το πλέον ασφαλές οικονομικό κριτήριο, η Ελλάδα κατακρημνίζεται στη 16η θέση, βρισκόμενη πλέον πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι για το 30% των νοικοκυριών που ανήκουν στην αμέσως μεγαλύτερη ζώνη κατανάλωσης, η χώρα μας κατατάσσεται στην 21η θέση πανευρωπαϊκά, δηλαδή ανάμεσα στις πιο ακριβές αγορές. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αυξήσεις στα ελληνικά τιμολόγια από το δεύτερο εξάμηνο του 2019 μέχρι τα τέλη του 2025 είναι σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με τον μέσο όρο των αυξήσεων στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Αυτό μεταφράζεται σε σκληρή ενεργειακή φτώχεια. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 18% των ελληνικών νοικοκυριών αδυνατεί να θέρμανει επαρκώς την κατοικία του, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη και διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Παράλληλα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας τεκμηριώνει ότι οι Έλληνες υφίστανται τη δεύτερη υψηλότερη ενεργειακή επιβάρυνση στην Ευρώπη, καθώς οι δαπάνες για ενέργεια απορροφούν το 8,7% του συνολικού τους εισοδήματος, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 6,1%.
Η αδιαφανής κατανομή του ηλεκτρικού χώρου και το “ναυάγιο” του Ταμείου Ανάκαμψης
Ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, κ. Νίκος Ανδρουλάκης, χαρακτήρισε ως ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της τρέχουσας διακυβέρνησης τον τρόπο και τα κριτήρια με τα οποία κατανεμήθηκε ο πολύτιμος ενεργειακός χώρος στο ηλεκτρικό δίκτυο. Ο δημόσιος αυτός πλούτος δόθηκε κατά προτεραιότητα σε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, αφήνοντας εκτός τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, την τοπική αυτοδιοίκηση, τις μεταποιητικές επιχειρήσεις και τις ενεργειακές κοινότητες. Σε ευθεία σύγκριση, ο κ. Μανιάτης επεσήμανε ότι στη Γερμανία το 42% της πράσινης ενέργειας παράγεται αποκεντρωμένα (το 31,5% από μεμονωμένους πολίτες και το 10,5% από αγρότες). Στην Ελλάδα, παρά την ωρίμανση της αγοράς που πληρώθηκε αδρά από τον Έλληνα καταναλωτή, η αυτοπαραγωγή μέσω ενεργειακών κοινοτήτων αγγίζει μόλις το 4%, ενώ πολλές από αυτές έχουν ήδη μεταβιβαστεί σε ιδιώτες επενδυτές.
Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται από την αποκαρδιωτική πορεία υλοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο κ. Παρασύρης παρουσίασε δεδομένα που πιστοποιούν την εκτροχίαση του εθνικού σχεδιασμού: από τα 24 ενεργειακά μέτρα που έπρεπε να έχουν υλοποιηθεί έως το τέλος του 2025, μόλις τα 8 βρίσκονται εντός στόχου, καταγράφοντας ένα ποσοστό αποτυχίας της τάξης του 66,7%. Συγκεκριμένα:
-
Ο συνολικός στόχος για ανακαινίσεις κατοικιών «κουρεύτηκε» κατά 20%, μειωμένος κατά 83.400 νοικοκυριά.
-
Οι παρεμβάσεις που αφορούσαν στοχευμένα τα ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά μειώθηκαν σχεδόν κατά 60%, πέφτοντας από τις 50.000 στις μόλις 20.400 κατοικίες.
-
Στον τομέα της επιχειρηματικότητας, από τον αρχικό σχεδιασμό για 9.700 παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης, ολοκληρώθηκαν μόλις 2.600.
-
Το εμβληματικό κυβερνητικό πρόγραμμα «Απόλλων», προϋπολογισμού 100 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο επί δύο χρόνια παρουσιαζόταν ως λύση για φθηνό ρεύμα στους δήμους και τους ΤΟΕΒ, τελικά απεντάχθηκε σιωπηλά από το Ταμείο Ανάκαμψης στις 4 Ιουνίου 2026.
Η βίαιη απολιγνιτοποίηση, το έλλειμμα αποθήκευσης και η εξάρτηση από το φυσικό αέριο
Η ενεργειακή κρίση στην Ελλάδα μεγεθύνθηκε από τον κακό συγχρονισμό της απολιγνιτοποίησης. Όπως υπογραμμίστηκε, η χώρα μας προχώρησε στην ταχύτερη απόσυρση λιγνιτικών μονάδων παγκοσμίως (κατά 41%), ξεπερνώντας κατά πολύ χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο (37%) ή η Ισπανία (25%). Το στρατηγικό λάθος, ωστόσο, δεν ήταν η εγκατάλειψη του άνθρακα, αλλά η αντικατάστασή του. Η Ελλάδα αναπλήρωσε μόλις το 47% της απολεσθείσας ισχύος με Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), σε αντίθεση με τη Δανία που άγγιξε το 100% ή το Ηνωμένο Βασίλειο με 76%. Αντί για πράσινη ενέργεια, η κυβέρνηση επέλεξε να ενισχύσει την εξάρτηση της χώρας από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, μετατρέποντας μάλιστα την υπερσύγχρονη μονάδα “Πτολεμαΐδα-5” σε μονάδα καύσης αερίου.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας να εκτοξευθεί. Ενώ το 2014 η ενεργειακή εξάρτηση βρισκόταν στο 65,5%, το 2019 ανήλθε στο 74,1% και το 2024 άγγιξε το 77,7%. Μάλιστα, ο εθνικός στόχος της σημερινής κυβέρνησης για το 2030 (βάσει του ΕΣΕΚ) είναι να μειωθεί η εξάρτηση στο 66%, δηλαδή να επιστρέψει ακριβώς στα επίπεδα που είχε παραδώσει το ΠΑΣΟΚ δεκαέξι χρόνια νωρίτερα.
Κομβικό ρόλο σε αυτή την αποτυχία παίζει η δραματική καθυστέρηση στην ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης. Ενώ ο στόχος για τον Δεκέμβριο του 2025 προέβλεπε συστήματα αποθήκευσης χωρητικότητας 1.380 MW, η χώρα έφτασε τον Ιούνιο του 2026 με μόλις 492 MW. Αυτό οδηγεί στο παράδοξο φαινόμενο των «περικοπών»: επειδή η παραγόμενη πράσινη ενέργεια δεν μπορεί να αποθηκευτεί, χάνεται στο κενό. Οι περικοπές ενέργειας εκτοξεύθηκαν από 900 μεγαβατώρες το 2024 σε 3.350 μεγαβατώρες το 2026, ποσότητα ικανή να καλύψει τις ανάγκες 370.000 νοικοκυριών. Η έλλειψη μπαταριών και αντλησιοταμίευσης επιτρέπει στα ακριβά εργοστάσια φυσικού αερίου να μπαίνουν στο σύστημα τις απογευματινές ώρες, κρατώντας τεχνητά τις τιμές του ρεύματος στα ύψη.
Η γεωπολιτική διάσταση: Υδρογονάνθρακες, το καλώδιο Κύπρου και το Ταμείο Αλληλεγγύης Γενεών
Η ανάλυση επεκτάθηκε και στα ζητήματα γεωπολιτικής ενεργειακής στρατηγικής. Ο κ. Μανιάτης υπενθύμισε ότι η νομική θωράκιση της χώρας ξεκίνησε το 1995 με την κύρωση της Σύμβασης UNCLOS και ενισχύθηκε το 2011 με τον Νόμο 4001, ο οποίος άνοιξε τον δρόμο για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων και καθόρισε τα όρια της ΑΟΖ. Βάσει αυτού του νόμου είχε προβλεφθεί η δημιουργία του Ταμείου Κοινωνικής Αλληλεγγύης Γενεών, όπου το 70% των εσόδων από τους υδρογονάνθρακες θα κατευθυνόταν στο ασφαλιστικό σύστημα, το 20% στο Πράσινο Ταμείο και το 5% ως περιφερειακός φόρος.
Μέχρι σήμερα, ωστόσο, η απαραίτητη Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) δεν έχει εκδοθεί. Το Υπουργείο Οικονομικών, απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι τα έσοδα του κράτους ανέρχονται στο ευτελές ποσό των 30.000 ευρώ. Η έρευνα του ΠΑΣΟΚ απέδειξε το αντίθετο: μόνο τα “signature bonuses” (μπόνους υπογραφής) από τις πρόσφατες συμβάσεις αγγίζουν τα 10 εκατομμύρια ευρώ, ενώ τα συνολικά έσοδα της ΕΔΕΥΕΠ ανέρχονται σε 29 εκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2024. Η απόκρυψη αυτών των ποσών γεννά σοβαρά ερωτήματα διαφάνειας, ειδικά όταν η ίδια η κυβέρνηση εκτιμά την αξία μόνο του Οικοπέδου 2 (δυτικά της Κέρκυρας, με την ExxonMobil) στα 10 δισεκατομμύρια ευρώ.
Σε διπλωματικό επίπεδο, ο κ. Ανδρουλάκης στηλίτευσε τους «επικίνδυνους ερασιτεχνισμούς» γύρω από το ηλεκτρικό καλώδιο διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ (GSI). Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για το έργο με τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή επιδότηση σε ολόκληρη την Ε.Ε., η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει ένα σαφές χρονοδιάγραμμα, οδηγώντας σε ένα πρωτοφανές διπλωματικό «πινγκ-πονγκ» ευθυνών με την Κυπριακή Δημοκρατία. Παράλληλα, αγνοήθηκε η ευρωπαϊκή έκθεση που καταδικάζει την Τουρκία για παραβιάσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων σχετικά με το καλώδιο, αφήνοντας ανεκμετάλλευτο ένα ισχυρό διπλωματικό όπλο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Ο προγραμματικός οδικός χάρτης: Επτά παρεμβάσεις για μείωση του κόστους κατά 30%
Αντιπαραβάλλοντας τις κυβερνητικές αστοχίες με τεχνοκρατικές λύσεις, η Χαριλάου Τρικούπη κατέθεσε ένα συγκεκριμένο πλέγμα επτά παρεμβάσεων, οι οποίες δεσμεύουν το κόμμα για μείωση των λογαριασμών ρεύματος κατά 20% έως το 2027 και κατά 30% στο τέλος ενός εκλογικού κύκλου.
-
Διμερή Συμβόλαια (PPAs): Άμεση παρέμβαση στη χονδρεμπορική αγορά για την προώθηση μακροχρόνιων συμβολαίων σταθερής τιμής, μειώνοντας την επιρροή της απρόβλεπτης και κερδοσκοπικής τιμολόγησης του Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
-
Μαζική στροφή στα Μπλε Τιμολόγια: Παροχή ισχυρών κινήτρων για τη μεταφορά εκατομμυρίων καταναλωτών από τα κυμαινόμενα πράσινα στα σταθερά μπλε τιμολόγια. Βάσει των στοιχείων της ΡΑΕΚ, σήμερα τα μπλε τιμολόγια είναι κατά 17% έως 22% φθηνότερα από τα πράσινα. Η κυβέρνηση είχε απορρίψει αντίστοιχη τροπολογία του ΠΑΣΟΚ τον Ιούνιο.
-
Καταπολέμηση της ρευματοκλοπής: Η ζημιά από τις κλοπές ρεύματος μετακυλίεται σήμερα στους συνεπείς καταναλωτές. Το ΠΑΣΟΚ σχεδιάζει νομική παρέμβαση που θα απαγορεύει στον ΔΕΔΔΗΕ να χρεώνει τις απώλειες αυτές στους λογαριασμούς των νοικοκυριών, υποχρεώνοντας τον διαχειριστή να αναλάβει τη διακοπή της παρανομίας.
-
Έξυπνοι μετρητές και πολυζωνικά τιμολόγια: Επανεκκίνηση του καθυστερημένου διαγωνισμού (που είχε προκηρυχθεί το 2014 και ξεκίνησε δειλά το 2021) για την τοποθέτηση έξυπνων μετρητών. Αυτό θα επιτρέψει τη χρήση πολυζωνικών τιμολογίων, τα οποία προσφέρουν σχεδόν μηδενικές χρεώσεις ρεύματος κατά τις μεσημεριανές ώρες.
-
Εξοικονομώ “Made in Greece” – Ηλιακοί θερμοσίφωνες αντί για κινέζικα EVs: Αντί να επιδοτείται η εισαγωγή πανάκριβων ηλεκτρικών οχημάτων χωρίς εγχώρια προστιθέμενη αξία (τα οποία εξοικονομούν 1.400 κιλά CO2/έτος και καταναλώνουν 1.500 κιλοβατώρες), προτείνεται ένα μαζικό πρόγραμμα επιδότησης για την εγκατάσταση 1,5 εκατομμυρίου ηλιακών θερμοσιφώνων. Ο παραδοσιακός ηλεκτρικός θερμοσίφωνας καταναλώνει 1.700 κιλοβατώρες ετησίως. Η αντικατάστασή του από ελληνικής παραγωγής ηλιακούς θερμοσίφωνες μειώνει τους λογαριασμούς των νοικοκυριών κατά 30% μηνιαίως, εξοικονομεί 1.700 κιλά CO2 ετησίως και ενισχύει την εγχώρια βιομηχανία (όπου η Ελλάδα διαθέτει 3 από τις κορυφαίες εταιρείες παγκοσμίως).
-
Εκδημοκρατισμός του ηλεκτρικού χώρου: Θέσπιση δεσμευτικού στόχου ώστε το 2030 οι μισοί Δήμοι άνω των 10.000 κατοίκων να διαθέτουν τη δική τους ενεργειακή κοινότητα (και το 100% αυτών έως το 2050). Για κάθε νέα επέκταση του δικτύου, ποσοστό 20% του νέου ηλεκτρικού χώρου θα διατίθεται υποχρεωτικά και κατά προτεραιότητα σε Δήμους και Συνεταιρισμούς.
-
Ενεργειακά ουδέτερο Δημόσιο: Το Κράτος οφείλει να δώσει το παράδειγμα, προχωρώντας στην πλήρη ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων του, διακόπτοντας τη σπατάλη πόρων.
Η πολιτική σύγκρουση και η “τοξικότητα”
Κλείνοντας, ο Νίκος Ανδρουλάκης απάντησε ευθέως στις κατηγορίες του Πρωθυπουργού περί «τοξικότητας». Ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπογράμμισε ότι το κόμμα του καταθέτει σταθερά κοστολογημένες και εφαρμόσιμες προτάσεις. Έφερε ως παράδειγμα την αναλυτική κοστολόγηση της πρότασης για τη 13η Σύνταξη (η οποία παρουσιάστηκε στις 9 Ιουλίου), αντιπαραβάλλοντάς την με την εντελώς ακοστολόγητη προεκλογική εξαγγελία του κ. Μητσοτάκη το 2018 για κατάργηση του Νόμου Κατρούγκαλου.
Όπως τόνισε η ηγεσία του κόμματος, η πολιτική αλλαγή αποτελεί πλέον μονόδρομο. Μια δίκαιη, ανθεκτική και πράσινη μετάβαση δεν είναι απλώς ένας θεωρητικός στόχος, αλλά προϋπόθεση εθνικής επιβίωσης, πριν οι νέες σκληρές ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές πολιτικές οδηγήσουν τους πιο αδύναμους πολίτες στον πλήρη κοινωνικό αποκλεισμό.
