Σε σημερινό του άρθρο στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ – ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ» ο Βουλευτής Μεσσηνίας και πρώην Υπουργός Αλέξης Χαρίτσης αναλύει τους λόγους που οδήγησαν στη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας στους θεσμούς, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο η Νέα Δημοκρατία άσκησε την εξουσία τα τελευταία χρόνια και στο πώς αυτό συνέβαλε στην υπονόμευση της θεσμικής αξιοπιστίας, οδηγώντας σε κρίση της δημοκρατίας. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζει την πρόταση της ΝΔ για τη συνταγματική αναθεώρηση και ασκεί κριτική στις βασικές της κατευθύνσεις.
Ειδικότερα, ο Αλ. Χαρίτσης σημειώνει εισαγωγικά ότι «Οι δημοκρατίες δεν απειλούνται συνήθως από ένα μεγάλο γεγονός. Κατά κανόνα φθείρονται σταδιακά: όταν η λογοδοσία υποχωρεί, τα θεσμικά αντίβαρα υπονομεύονται και η άσκηση της εξουσίας χωρίς ουσιαστικό έλεγχο μετατρέπεται σε κανονικότητα». Επισημαίνει, μάλιστα, ότι η βαθιά κρίση εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας στους δημοκρατικούς θεσμούς δεν είναι μια αφηρημένη συζήτηση, αλλά μια πραγματικότητα που διαπιστώνεται εμπειρικά και αποτυπώνεται και σε όλες τις κοινωνικές έρευνες.
Στη συνέχεια, αναφέρεται στα γεγονότα των τριών τελευταίων εβδομάδων που αφορούν την άσκηση ποινικών διώξεων σε τέσσερις βουλευτές της ΝΔ για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για πρώην κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ για το Qatargate, την καταδίκη πρώην ευρωβουλευτή της ΝΔ για την κομματική χρήση προσωπικών δεδομένων πολιτών, την εισαγγελική πρόταση για την παραπομπή πρώην υφυπουργού για το μπάζωμα στα Τέμπη καθώς και τη συνέντευξη του πρώην εξ απορρήτων συνεργάτη και συγγενή του Πρωθυπουργού. Χαρακτηρίζει, μάλιστα, τη φράση «έφαγα τη σφαίρα για να μείνει πάνω το αφεντικό» ως παραπομπή σε σικελιάνικη φαμίλια κι όχι στην κυβέρνηση ενός ευνομούμενου κράτους.
«Πρόκειται για τη συμπύκνωση ενός σκανδαλώδους και επικίνδυνου μοντέλου διακυβέρνησης: ένα κράτος «τσιφλίκι» του κόμματος και του αρχηγού, μια εξουσία που νιώθει απολύτως ανέλεγκτη, μια αντίληψη για την πολιτική που αντιμετωπίζει τα δημοκρατικά checks and balances ως ενοχλητικά εμπόδια στην κυβερνητική ασυδοσία», τονίζει.
Σύμφωνα με τον κ. Χαρίτση η Νέα Δημοκρατία παρήγαγε «τη βαθύτερη μεταπολιτευτικά διάβρωση της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς». Και αναλύει ότι η ΝΔ υπονόμευσε συστηματικά τα θεσμικά αντίβαρα που στις δημοκρατίες ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία: «συγκρούστηκε με τις ανεξάρτητες αρχές, εργαλειοποίησε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία με σκοπό τη συγκάλυψη, διαμόρφωσε προκλητικές σχέσεις με την ηγεσία της δικαστικής εξουσίας».
Ο Αλ. Χαρίτσης παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι «η εξουσία συγκεντρώθηκε σε πρωτοφανή βαθμό στο Μέγαρο Μαξίμου. Η πολιτική ευθύνη όμως σταματά συστηματικά και προκλητικά στην πόρτα του».
Αναφερόμενος στην πρόταση της ΝΔ για τη συνταγματική αναθεώρηση, που ψηφίζεται τη Δευτέρα στη Βουλή, ο ίδιος επισημαίνει ότι δεν μπορεί να αποκοπεί από τον τρόπο με τον οποίο η ΝΔ άσκησε την εξουσία. Όπως τονίζει, «δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια κυβέρνηση που αντιμετώπισε το Σύνταγμα ως εμπόδιο στις αντιθεσμικές επιλογές της, το αντιμετωπίζει σήμερα ως εργαλείο για να τις θωρακίσει. Πρόκειται για την πραγματική συνέχεια του επιτελικού κράτους».
Παράλληλα, κάνει λόγο για παράκαμψη του Συντάγματος, η οποία «μετατράπηκε σε μέθοδο διακυβέρνησης», αναφέροντας ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το άρθρο 16: «Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ανέτρεψε τη σειρά. Πρώτα νομοθέτησε αντισυνταγματικά και μετά ζήτησε την αναθεώρηση».
«Η ΝΔ προσπαθεί να μεταφέρει από το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης στο πεδίο της συνταγματικής κατοχύρωσης επιλογές που μέχρι σήμερα αποτελούσαν αντικείμενο δημοκρατικής συζήτησης και διαμάχης» επισημαίνει ο κ. Χαρίτσης. Και προσθέτει: «Ένα πράγμα είναι σαφές κατά τη γνώμη μου. Η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης δεν προτείνουν αναθεώρηση επειδή δεν μπόρεσαν να εφαρμόσουν την πολιτική τους. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει: Την εφάρμοσαν στο ακέραιο. Και μεθοδεύουν την αναθεώρηση ακριβώς για να περιορίσουν τις δυνατότητες ανατροπής αυτής της πολιτικής».
Αναφερόμενος στη συνέχεια στην Αριστερά, ο Αλ. Χαρίτσης υποστηρίζει ότι «αν εγκλωβιστεί σε μια στενά νομική συζήτηση, θα έχει ήδη αποδεχθεί το γήπεδο που επέλεξε η κυβέρνηση». Και θέτει αυτό που, κατά τον ίδιο, είναι το πραγματικό ερώτημα: «Θα έχει μια αυριανή αριστερή και προοδευτική κυβέρνηση την ελευθερία, αλλά και τη βούληση βεβαίως, να εφαρμόσει ριζοσπαστικές τομές ή θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πεδίο επιλογών ήδη προδιαγεγραμμένο;».
Σύμφωνα με τον ίδιο, το παράδειγμα της Βρετανίας, με την κατάρρευση Στάρμερ, δείχνει ότι η εναλλαγή στην κυβέρνηση δεν αρκεί από μόνη της να πείσει τους πολίτες, ενώ η δυναμική που αναπτύσσεται στις ΗΠΑ και το παράδειγμα του Ζόραν Μαμντάνι δείχνει ότι «οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να εμπνεύσουν όταν λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Όταν μιλούν με πραγματικούς όρους για τα πραγματικά προβλήματα των πραγματικών ανθρώπων».
Κλείνοντας, ο Αλ. Χαρίτσης καταλήγει: «Η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο από το ποιος κυβερνά. Δοκιμάζεται κυρίως από το κατά πόσο οι εκλογές εξακολουθούν να μπορούν να αλλάζουν την πορεία των πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων».
